Οι Έλληνες αγρότες αναμένουν χαμηλότερες αποδόσεις καθώς πλησιάζει η συγκομιδή

Η μύγα της ελιάς, ένας καύσωνας και η ξηρασία ενδέχεται να οδηγήσουν σε μείωση της παραγωγής ελαιολάδου στην Ελλάδα κατά 200.000 έως 250.000 μετρικούς τόνους φέτος.

Ο Παναγιώτης Καραντώνης, μέλος της συμβουλευτικής επιτροπής του Διεθνούς Συμβουλίου Ελαιολάδου και διευθυντής της Ελληνικής Ένωσης Βιομηχανιών και Συσκευαστών Ελαιολάδου (ESVITE), δηλώνει στην Olive Oil Times ότι οι πρόσφατες εκτιμήσεις για την επικείμενη συγκομιδή ελιάς στην Ελλάδα προβλέπουν χαμηλότερες αποδόσεις σε σχέση με πέρυσι. «Λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών, κυρίως στην Κρήτη, και της εκτεταμένης παρουσίας της μύγας της ελιάς, η νέα παραγωγή εκτιμάται ότι θα είναι μικρότερη από 250.000 μετρικούς τόνους» ελαιολάδου.

Ο Νίκος Μιχελάκης, επιστημονικός σύμβουλος της Ένωσης Κρητικών Ελαιοπαραγωγών Δήμων (ACOM ή SEDIK), υποδεικνύει επίσης ότι η εκτίμηση του ελληνικού Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων για 300.000 μετρικούς τόνους ελαιολάδου είναι πιθανό να είναι υπερβολικά υψηλή φέτος. Λόγω των ζημιών «από ακραίες καιρικές συνθήκες, όπως ένας ασυνήθιστος καύσωνας την άνοιξη, ιδίως στην Κρήτη, και από τις ελάχιστες βροχοπτώσεις», η Ελλάδα ενδέχεται να παράγει μόλις 200.000 μετρικούς τόνους ελαιολάδου φέτος.

Καθώς οι πρώτες συγκομιδές ελιάς ξεκινούν στη Χαλκιδική, στη Βόρεια Ελλάδα, οι περισσότεροι από τους 18 παραγωγούς που απάντησαν σε ερωτηματολόγιο της Olive Oil Times φαίνεται να αναμένουν παραγωγή ελαιολάδου περίπου 200.000 έως 250.000 μετρικών τόνων φέτος. Οι παραγωγοί προβλέπουν μικρότερη συγκομιδή σε ορισμένες περιοχές της Πελοποννήσου, στο μεγαλύτερο μέρος της Κρήτης και στην Κεντρική Ελλάδα, ενώ έστειλαν αντικρουόμενες αναφορές από τη Λέσβο και αόριστες απαντήσεις σχετικά με το ελαιόλαδο από τη Χαλκιδική.

Ο κ. Καραντώνης της ESVITE υποδεικνύει ότι, ενώ «οι εξαγωγές ελληνικού ελαιολάδου κατά την τρέχουσα ελαιοκομική περίοδο (2015/16) εκτιμώνται γύρω στους 140.000 μετρικούς τόνους, η πρώτη εκτίμηση για τις εξαγωγές της νέας ελαιοκομικής περιόδου ανέρχεται σε μόλις 110.000 τόνους». Ο Καραντώνης προσθέτει ότι στην Ελλάδα τα εναπομείναντα «αποθέματα ελαιολάδου στο τέλος της τρέχουσας ελαιοκοπικής περιόδου (2015/16) εκτιμώνται σε περίπου 50.000 τόνους».

Ο Καραντώνης επισημαίνει ότι «οι τιμές των φρέσκων ελαιολάδων που αναμένεται να κυκλοφορήσουν στην αγορά μέχρι τα μέσα Οκτωβρίου θα επηρεαστούν, όπως πάντα, καθοριστικά από το ενδιαφέρον που θα εκδηλώσουν οι Ιταλοί έμποροι και εισαγωγείς». Ο Μιχελάκης σημειώνει επίσης ότι είναι δύσκολο να προβλεφθούν οι τιμές, καθώς «θα εξαρτηθούν σε μεγάλο βαθμό από την παραγωγή και τις τιμές στις κύριες ελαιοπαραγωγικές χώρες, την Ισπανία και την Ιταλία». Αν οι τρέχουσες προβλέψεις για την παραγωγή είναι σωστές, λέει, οι τιμές ενδέχεται να παραμείνουν σταθερές, τουλάχιστον μέχρι την έναρξη της συγκομιδής.

Πελοπόννησος

Ο Μιχάλης Παχνός της Arbor Beata αναμένει μια καλή συγκομιδή από τον ελαιώνα του στην Κόρινθο (ΒΑ Πελοπόννησος), αλλά αναφέρει ότι «η παρατεταμένη καλοκαιρινή ζέστη και οι χαμηλές βροχοπτώσεις έχουν οδηγήσει σε «στρεσαρισμένους» ελαιώνες, οι οποίοι θα παρουσιάσουν περιορισμένη παραγωγικότητα το 2016».

Λίγο νοτιοδυτικότερα, στις Μυκήνες, ο Ιωάννης Καμπούρης της E-LA-WON προβλέπει «μια καλή χρονιά με ελαιόλαδο υψηλής ποιότητας» και ποσότητες παρόμοιες με αυτές του περασμένου έτους, δεδομένου ότι δεν υπήρξαν πολλά προβλήματα με τις καιρικές συνθήκες στην περιοχή και υπήρξε επαρκής μη κυβερνητικός έλεγχος της ελαιομύγας.

Ο Τάσος Ανέστης της Rhizoma Olive Farms στο Κρανίδι (Ανατολικός Πελοπόννησος) προβλέπει ότι η συγκομιδή στην περιοχή του «θα είναι εξαιρετική, αλλά η ποσότητα θα είναι σημαντικά μικρότερη» λόγω των εξαιρετικά ζεστών και ξηρών συνθηκών την άνοιξη, οι οποίες επηρέασαν την τοπική ποικιλία Μανάκι, αλλά όχι την Κορωνέικη.

Λίζα Ραντινόβσκι

Λίζα Ραντινόβσκι

Ο Νίκος Χαράμης της KASELL προβλέπει «μέτρια έως καλή» ποσότητα στη Λακωνία (ΝΑ Πελοπόννησος) χάρη στην άρδευση και τις ελάχιστες ζημιές που υπέστησαν οι ελιές κατά τη διάρκεια των πρόσφατων καταιγίδων.

Η Μαρία Γκουαντάγνο Κατσέτος της Εταιρείας Ελαιολάδου Λουτρακίου (Ν Πελοπόννησος) αναμένει μια «καλή χρονιά συγκομιδής» με εξαιρετική ποιότητα, χάρη στην απουσία προβλημάτων.

Ο Τζιοβάνι Μπιάνκι της Argali (ΝΔ Πελοπόννησος) προβλέπει καλή συγκομιδή, αν και «οι καιρικές συνθήκες ευνόησαν σε μεγάλο βαθμό την εξάπλωση της μύγας της ελιάς», ενώ ισχυρές καταιγίδες προκάλεσαν ζημιές σε άλλες καλλιέργειες (εκτός της ελιάς) στην περιοχή του.

Ο Γιώργος Μαθιόπουλος της Greek Olive Estate προβλέπει συγκομιδή πολύ καλής ποιότητας, ίσως 10% μικρότερη από πέρυσι, στη Γορτυνία (κεντρική Πελοπόννησος).

Κρήτη

Ο Νίκος Μιχελάκης της SEDIK εξηγεί ότι «στην Κρήτη, όπου η μέση παραγωγή αγγίζει τις 100.000 τόνους, η επερχόμενη σοδειά εκτιμάται ότι θα είναι κάτω από 60.000 τόνους, και ακόμη χαμηλότερη αν η καταπολέμηση της μύγας της ελιάς, που ξεκίνησε πολύ αργά φέτος, δεν έχει καλό αποτέλεσμα». Ορισμένες περιοχές της Κρήτης επλήγησαν περισσότερο από άλλες από τους φετινούς καυτούς ανέμους, τη ζέστη και την ξηρασία. Για παράδειγμα, ο Ευτυχίος Ανδρουλάκης της «Παμάκο» φοβάται τη μικρότερη συγκομιδή της δεκαετίας στο ορεινό Σελίνο, στη νοτιοδυτική Κρήτη, με μέτρια ποιότητα λόγω των ζημιών από τη μύγα της ελιάς.

Ο Εμμανουήλ Καρπαδάκης της «Terra Creta» αναμένει μια ελαφρώς μικρότερη συγκομιδή από πέρυσι στην περιοχή του Κολυμβαρίου στη βορειοδυτική Κρήτη. Ο ιδιοκτήτης της «Creta Earth», Γιώργος Παπαδάκης, αναφέρει ότι η περιοχή του Πλακιά, στη νότια κεντρική Κρήτη, δεν αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα από τους καυτούς ανέμους ή την ξηρασία, καθώς αρδεύεται από ορεινές πηγές, οπότε αναμένει μια αρκετά καλή συγκομιδή, αν και μικρότερη από πέρυσι.

Λέσβος

Στη Λέσβο, η Agrocapital αναφέρει ότι «το κλίμα ευνοούσε την ανάπτυξη της μύγας της ελιάς, και αυτό θα έχει αρνητικές επιπτώσεις τόσο στην ποσότητα όσο και στην ποιότητα της φετινής παραγωγής ελαιολάδου».

Η Έλλη Τραγάκη της Hellenic Agricultural Enterprises έχει παρατηρήσει κάποια προβλήματα με τη μύγα της ελιάς, αλλά προβλέπει μια συγκομιδή παρόμοια με αυτή των προηγούμενων ετών στους ελαιώνες της.

Από την άλλη πλευρά, ο Στράτης Καμάτσος της evo3 εκτιμά ότι θα έχουμε «μια εξαιρετική εποχή συγκομιδής, όπως δεν έχουμε δει τα τελευταία 4-5 χρόνια», με την ίδια «χαμηλή οξύτητα και τα αρωματικά χαρακτηριστικά όπως συνήθως». Αν και το καλοκαίρι ήταν ξηρό και «ισχυροί άνεμοι έσπασαν μερικά κλαδιά… η μεγαλύτερη απειλή αυτή τη στιγμή είναι η μύγα της ελιάς», την οποία «παρακολουθούν πολύ στενά» προκειμένου να αποφασίσουν αν θα ξεκινήσουν τη συγκομιδή νωρίτερα για να αποφύγουν ζημιές στις ελιές.

Χαλκιδική και Κεντρική Ελλάδα

Ο Αργύρης Μπούρας της Eleones Hellenic Olive Products αναμένει ότι η συγκομιδή στη Χαλκιδική θα είναι «μικρότερη από πέρυσι», αλλά με παρόμοια ποιότητα. Οι πρόσφατες βροχές έχουν αντισταθμίσει σε μεγάλο βαθμό την προηγούμενη ξηρασία. «Η ξηρασία θα κάνει τις ελιές λίγο μικρότερες από ό,τι άλλες χρονιές, κάτι που αποτελεί καλή είδηση για το ελαιόλαδο, καθώς οι μικρότερες ελιές χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ελαιολάδου» και όχι για επιτραπέζιες ελιές.

Ευγενική παραχώρηση της E-LA-WON: Ελιές στις Μυκήνες, Πελοπόννησος

Ευγενική παραχώρηση της E-LA-WON: Ελιές στις Μυκήνες, Πελοπόννησος

Η Εύη Ψουνού Προδρόμου από το Yanni’s Olive Grove συμφωνεί ότι η Χαλκιδική θα έχει ελιές πολύ καλής ποιότητας αλλά μικρότερου μεγέθους, προσθέτοντας ότι η τιμή των επιτραπέζιων ελιών θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό πόσες ελιές θα κρατηθούν για έλαιο και πόσες θα πωληθούν ως επιτραπέζιες ελιές. Εάν οι επιτραπέζιες ελιές πωληθούν σε υψηλή τιμή, θα υπάρχουν λιγότερες ελιές διαθέσιμες για έλαιο, και το αντίστροφο.

Ο σύμβουλος επιχειρηματικής ανάπτυξης Σταμάτης Αλαμανιώτης εξηγεί ότι ορισμένες από τις μεγαλύτερες ελληνικές ποικιλίες ελιάς, όπως οι ελιές της Αμφίσσας και της Χαλκιδικής, χρησιμοποιούνται για διπλή καλλιέργεια (τόσο ως επιτραπέζιες ελιές όσο και για ελαιόλαδο), σε αντίθεση με τις μικρότερες ελιές όπως η Κορωνέικη και η Μανάκη.

Στην Κεντρική Ελλάδα, ο Αλαμανιώτης αναμένει μια ελαιοκαλλιέργεια πολύ υψηλής ποιότητας, με ποσότητα περίπου 70% μικρότερη από τον μέσο όρο. Υπήρξαν κάποιες ζημιές από τη μύγα της ελιάς και τον σκώρο της ελιάς, αλλά όχι υπερβολικά μεγάλες μέχρι στιγμής, δεδομένης της ξηρασίας.

Όπως αναφέρει ο Τάσος Ανέστης, «η παγκόσμια κατανάλωση γνήσιου εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου αυξάνεται συνεχώς, και αυτό δεν μπορεί παρά να αποτελεί καλή είδηση», καθώς «αντιπροσωπεύει μια τάση εκ μέρους των καταναλωτών προς μια πιο υγιεινή διατροφή, πλούσια σε αντιοξειδωτικά και αντιφλεγμονώδη» τρόφιμα. Αυτό υποδηλώνει ότι ένας αυξανόμενος αριθμός καταναλωτών θα ελπίζει σε μια καλή συγκομιδή.