Ελληνικός εμπορικός όμιλος προτείνει εθνική στρατηγική για το ελαιόλαδο
Ο Εθνικός Διακλαδικός Σύνδεσμος Ελαιολάδου παρουσίασε μια στρατηγική για τη δημιουργία ενός σταθερού περιβάλλοντος και την ενίσχυση των εξαγωγών.
Οι σημαντικότερες οργανώσεις παραγωγών, εξαγωγέων και άλλων επαγγελματιών του ελαιολάδου στην Ελλάδα, ενωμένες υπό την κοινή στέγη της Εθνικής Διακλαδικής Ένωσης Ελαιολάδου, έχουν καταρτίσει μια εθνική στρατηγική με στόχο τη δημιουργία ενός σταθερού περιβάλλοντος για τον κλάδο του ελαιολάδου και, μακροπρόθεσμα, την αύξηση των ετήσιων εξαγωγών ελληνικού τυποποιημένου ελαιολάδου σε 100.000 τόνους, από τους περίπου 40.000 τόνους που εξάγονται σήμερα στο εξωτερικό.
Στην Ελλάδα υπάρχει πλήρης έλλειψη δεδομένων σχετικά με την παραγωγή, τις πωλήσεις, τις εξαγωγές, τα αποθέματα ελαιολάδου και πολλά άλλα.
Το ελαιόλαδο είναι ένα εξαιρετικά σημαντικό προϊόν του ελληνικού αγροτικού τομέα, καθώς αποτελεί την κύρια πηγή εισοδήματος για περισσότερες από 500.000 οικογένειες στη χώρα και προσθέτει πάνω από 1 δισεκατομμύριο ευρώ στο ετήσιο ΑΕΠ.
Η στρατηγική περιλαμβάνει ορισμένα μέτρα και διατάξεις που στοχεύουν στην αλυσίδα παραγωγής.
Ένα ουσιαστικό βήμα, σύμφωνα με την ομάδα, είναι η εφαρμογή οικονομιών κλίμακας για τη μείωση του κόστους κατά τη συγκομιδή, το οποίο είναι σχετικά υψηλό στην Ελλάδα σε σύγκριση με άλλες χώρες λόγω του κατακερματισμού των ελαιώνων και της παραγωγικής διαδικασίας. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με τη χρήση οικονομικών κινήτρων, όπως φορολογικές ελαφρύνσεις για τους παραγωγούς ώστε να συγκροτήσουν ενώσεις, ή με τη χρήση του Εθνικού Στρατηγικού Πλαισίου Αναφοράς (ΕΣΠΑ) της ΕΕ για τη χρηματοδότηση συγχωνεύσεων και τη δημιουργία συμπράξεων παραγωγών και εξαγωγέων.
Το κόστος αυξάνεται επίσης στα ελαιοτριβεία, όπου οι παραγωγοί ζητούν συνήθως να γίνεται ξεχωριστή επεξεργασία των καρπών τους. Αυτό σημαίνει ότι απαιτείται περισσότερος χρόνος και ενέργεια για την επεξεργασία των ελιών και ότι χρειάζεται αλλαγή στη νοοτροπία των παραγωγών για να επιταχυνθεί η διαδικασία.
Προτείνεται επίσης, σε συνεργασία με το κράτος, η δημιουργία ενός απλοποιημένου και εκσυγχρονισμένου νομοθετικού πλαισίου για την κατασκευή και λειτουργία ελαιοτριβείων, εγκαταστάσεων εμφιάλωσης και διυλιστηρίων. Επιπλέον, είναι ζωτικής σημασίας η εξεύρεση ενός αποτελεσματικού τρόπου διαχείρισης των αποβλήτων που παράγονται στα ελαιοτριβεία, καθώς και η λήψη μέτρων για την επιτυχή αξιοποίηση των υδάτινων πόρων μέσω της κατασκευής φραγμάτων και αρδευτικών συστημάτων όπου απαιτείται.
Όσον αφορά την προώθηση και την πώληση του ελαιολάδου, προτείνεται η επανεκτίμηση όλων των ετικετών Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης (ΠΟΠ) για τον εντοπισμό πιθανών αδυναμιών και την περαιτέρω ενίσχυση του προϊόντος. Η στρατηγική διαπιστώνει επίσης ότι η εσωτερική αγορά ελαιολάδου είναι καλά οργανωμένη και ότι πρέπει να αναπτυχθούν δυναμικά νέες αγορές στο εξωτερικό.
Είναι αξιοσημείωτο, ωστόσο, ότι κατά τη διάρκεια των οκτώ ετών της ύφεσης, ο τομέας κατάφερε να αυξήσει τις εξαγωγές εμφιαλωμένου ελαιολάδου, φτάνοντας τις 40.000 τόνους ετησίως από 15.000 τόνους πριν από την εμφάνιση της χρηματοπιστωτικής κρίσης.
Ένα σημαντικό σημείο της στρατηγικής είναι ένας παραφορολογικός φόρος, ο οποίος προτείνεται να επιβληθεί σε όλους τους επαγγελματίες του τομέα του ελαιολάδου, προκειμένου να εξασφαλιστεί η διαθεσιμότητα επαρκών πόρων για τη στήριξη του τομέα και την προώθηση του ελληνικού ελαιολάδου.
Το σύστημα αυτό έχει ήδη εφαρμοστεί στην Ισπανία και πρόσφατα στην Τυνησία, όπου στην περίπτωση της Ισπανίας ανέρχεται σε 6 ευρώ ανά τόνο ελαιολάδου, αποφέροντας συνολικά περισσότερα από 6 εκατομμύρια ευρώ ετησίως στους οργανισμούς και τις ενώσεις ελαιολάδου για τη χρηματοδότηση των δράσεών τους.
Σύμφωνα με ειδικούς του κλάδου, ο φόρος θα μπορούσε να ανέρχεται σε 1 ή 2 ευρώ ανά τόνο για όλους όσους εμπλέκονται στον κύκλο του ελαιολάδου, όπως καλλιεργητές, παραγωγοί, ιδιοκτήτες ελαιοτριβείων, έμποροι και εξαγωγείς. Αυτό θα σήμαινε ότι ένα συνολικό ποσό μεταξύ 200.000 και 400.000 ευρώ θα επιστρέφεται κάθε χρόνο στην Διακλαδική Ένωση ως χρηματοδοτικός πόρος.
Εκτός από την προτεινόμενη εθνική στρατηγική, η Ένωση επιθυμεί να αναδιοργανώσει ουσιαστικά τον κλάδο του ελαιολάδου, όπως δήλωσε ο πρόεδρός της, Μανώλης Γιαννούλης, στον Τύπο. Κατέστησε σαφές ότι η πρώτη προτεραιότητά τους είναι η παρακολούθηση και καταγραφή του μεγέθους και των σχετικών ποσοτήτων όλων των κλάδων του ελαιολάδου.
«Υπάρχει πλήρης έλλειψη δεδομένων στην Ελλάδα σχετικά με την παραγωγή, τις πωλήσεις, τις εξαγωγές, τα αποθέματα ελαιολάδου και πολλά άλλα», ανέφερε στη συνέντευξή του. «Οι Ισπανοί διαθέτουν δεδομένα και τα ενημερώνουν κάθε μήνα. Γνωρίζοντας το μέγεθος της επόμενης σοδειάς τους, κατάφεραν να δημιουργήσουν μια χρηματιστηριακή αγορά ελαιολάδου και να υπογράψουν συμβόλαια. Μπορούμε να το κάνουμε και εδώ».
Το ελαιόλαδο που πωλείται χύμα στη χώρα, συνήθως σε δοχεία των 17 λίτρων (που στην Ελλάδα ονομάζονται «τενέκια»), αποτελεί ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα, σύμφωνα με τον Γιαννούλη.
«Όλοι μιλούν για το ελαιόλαδο που αποστέλλεται χύμα στην Ιταλία, αλλά κανείς δεν λέει τίποτα για το χύμα ελαιόλαδο σε δοχεία που πωλείται εντός της χώρας», είπε.
«Υπάρχει επίσης η νέα οδηγία που απαιτεί να σερβίρεται στα εστιατόρια μόνο εμφιαλωμένο ελαιόλαδο, η οποία όμως δεν εφαρμόζεται επαρκώς. Πριν από πέντε χρόνια, μια έρευνα έδειξε ότι το 40% του ελαιολάδου που πωλείται σε δοχεία ήταν νοθευμένο και το 30% του δεν ήταν εξαιρετικό παρθένο, ακόμη και αν πωλούνταν ως εξαιρετικό παρθένο».
Οι εκτιμήσεις από τις περισσότερες περιοχές δείχνουν ότι η συγκομιδή της επόμενης σεζόν θα είναι καλή στην Ελλάδα και, παρά τις εγγενείς αδυναμίες και ατέλειες του τομέα, η συνεργασία όλων των ενδιαφερόμενων μερών μπορεί να βελτιώσει σημαντικά την κατάσταση του ελληνικού ελαιολάδου.