Έλληνας πολιτικός εκφράζει ανησυχία για την ευπάθεια του κλάδου

Τα προβλήματα των παραγωγών ελαιολάδου της Νότιας Ευρώπης και οι τρόποι αντιμετώπισής τους τέθηκαν σε γραπτή ερώτηση του ευρωβουλευτή Μανώλη Κεφαλογιάννη.

Ο Έλληνας ευρωβουλευτής Μανώλης Κεφαλογιάννης έχει υποβάλει μια σειρά ερωτήσεων στους συναδέλφους του σχετικά με τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι Ευρωπαίοι παραγωγοί ελαιολάδου κατά τη διάρκεια της θητείας του. Ωστόσο, δεν έχει λάβει ακόμη ουσιαστικές απαντήσεις.

Οι Έλληνες πρέπει να διαφοροποιήσουν τα κανάλια διανομής και πώλησης. Επιπλέον, πρέπει να συμμετέχουν σε διεθνείς διαγωνισμούς. - Ευρωβουλευτής Μανώλης Κεφαλογιάννης

«Η νοθεία του ελαιολάδου, οι καταστροφές λόγω της κλιματικής αλλαγής και η πίεση που ασκούν στους παραγωγούς, ειδικά στην Ελλάδα, οι μεσάζοντες στην εφοδιαστική αλυσίδα του ελαιολάδου, δημιουργούν μεγάλη αβεβαιότητα σχετικά με το εισόδημά τους», δήλωσε ο Κεφαλογιάννης στην πρόσφατη ερώτησή του προς το Κοινοβούλιο. «Πώς και ποια χρηματοδοτικά μέσα θα χρησιμοποιήσει η Επιτροπή για να στηρίξει την εξαγωγή αυτών των προϊόντων, τόσο εντός της ΕΕ όσο και σε τρίτες χώρες;»

«Σκοπός της ερώτησης ήταν να τονιστεί η σημασία του τομέα του ελαιολάδου για τις χώρες της Νότιας Ευρώπης και ειδικά για την Ελλάδα», δήλωσε ο Μανώλης Κεφαλογιάννης στην Olive Oil Times. «Ο μόνος τρόπος για να προστατευθούν οι παραγωγοί — από την αλυσίδα παραγωγής έως την πώληση — είναι η ενδυνάμωση της θέσης τους έναντι μονοπωλιακών πρακτικών που συμπιέζουν τα κέρδη τους».

Ο Κεφαλογιάννης επιθυμεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή να επικεντρωθεί σε τρόπους που θα παρέχουν ένα δίχτυ ασφαλείας στους παραγωγούς όταν η περίοδος της συγκομιδής δεν είναι παραγωγική λόγω ακραίων καιρικών συνθηκών ή άλλων καταστροφών.

«Η Ιταλία είναι παγκόσμιος ηγέτης στις πωλήσεις ελαιολάδου, καθώς έχει καταφέρει να συνδέσει το ελαιόλαδο με τη γαστρονομία της», δήλωσε ο Κεφαλογιάννης. «Αυτό το μοντέλο είναι τόσο επιτυχημένο που εισάγουν ελαιόλαδο από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Ισπανία και η Ελλάδα, για να καλύψουν την τεράστια ζήτηση τους. Η ξηρασία και το βακτήριο Xylella fastidiosa προκάλεσαν σημαντική μείωση της παραγωγής στην Ιταλία και ανάγκασαν την Ευρώπη να ανοίξει την αγορά για αφορολόγητες εισαγωγές από χώρες εκτός ΕΕ, όπως η Τυνησία».

Ο Κεφαλογιάννης δήλωσε ότι κάθε χρόνο υποβάλλει παρόμοιες ερωτήσεις σχετικά με το ελαιόλαδο, στο πλαίσιο των κοινοβουλευτικών εργασιών. «Πρέπει να διασφαλίσουμε ότι τέτοιες πρακτικές δεν θα στρεβλώσουν την αγορά εις βάρος των παραγωγών μας. Θα μπορούσαμε να επιτρέψουμε αφορολόγητες εισαγωγές μόνο όταν εξαντληθούν τα αποθέματά μας, εφαρμόζοντας παράλληλα αυστηρούς ελέγχους στην αγορά εμπορίου ελαιολάδου».

Τα στατιστικά στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δείχνουν ότι το 70% του ελληνικού ελαιολάδου που παράγεται ετησίως εξάγεται στην Ιταλία. Αυτό είναι το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ όλων των χωρών παραγωγής ελαιολάδου και αποτελεί μεγάλο πρόβλημα για τον ελαιολαδικό τομέα στην Ελλάδα, καθώς η εξάρτηση από την ιταλική αγορά είναι τεράστια.

«Αν οι γείτονές μας κλείσουν κάποια μέρα τη βρύση του ελαιολάδου, αυτό θα προκαλέσει τεράστιους όγκους απούλητου ελαιολάδου που θα έχουν προφανή αντίκτυπο στις τιμές», υποστήριξε ο Κεφαλογιάννης. «Αυτός ο φόβος είναι ρεαλιστικός. Η ποιότητα του ελληνικού ελαιολάδου μπορεί να θεωρείται υψηλή, αλλά άλλες χώρες παραγωγής ελαιολάδου επένδυσαν στον τομέα και τώρα παράγουν εξαιρετικό ελαιόλαδο, όπως η Τυνησία».

«Οι Έλληνες παραγωγοί ελαιολάδου πρέπει να εκμεταλλευτούν τα πλεονεκτήματα της ελεύθερης πρόσβασης στην ευρωπαϊκή αγορά», συμβούλεψε ο Κεφαλογιάννης. «Οι Έλληνες πρέπει να διαφοροποιήσουν τα κανάλια διανομής και πώλησης. Επιπλέον, πρέπει να συμμετέχουν σε διεθνείς διαγωνισμούς και να ακολουθούν τον Επίτροπο Γεωργίας, ο οποίος προσκαλεί ευρωπαϊκές εταιρείες του πρωτογενούς τομέα κατά τη διάρκεια των επαγγελματικών ταξιδιών του σε όλο τον κόσμο».

«Τέλος», σημείωσε ο Κεφαλογιάννης, «το ελληνικό Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης θα πρέπει να ενημερώσει και να παρακινήσει τις εταιρείες ελαιολάδου να συμμετάσχουν σε αυτές τις δραστηριότητες».