Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκδίδει νέες κατευθυντήριες γραμμές για την «κοινή πώληση» ελαιολάδου και άλλων τροφίμων

Οι νέες κατευθυντήριες γραμμές προβλέπουν τρεις «βασισμένες στην αποδοτικότητα» παρεκκλίσεις από τους αντιμονοπωλιακούς κανόνες της ΕΕ, οι οποίες επιτρέπουν στους παραγωγούς να πραγματοποιούν από κοινού πωλήσεις και να καθορίζουν τιμές, ποσότητες και άλλους όρους υπό ορισμένες προϋποθέσεις.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε νέες κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την από κοινού πώληση ελαιολάδου, βοείου κρέατος και μοσχαρίσιου κρέατος, καθώς και καλλιεργήσιμων φυτών. Στόχος των κατευθυντήριων γραμμών είναι να διευκρινιστεί πώς και υπό ποιες προϋποθέσεις μπορούν οι Ευρωπαίοι αγρότες να συνεργάζονται για την από κοινού πώληση ελαιολάδου, βοείου κρέατος, μοσχαρίσιου κρέατος και καλλιεργήσιμων φυτών.

Στόχος της αντιμονοπωλιακής πολιτικής της ΕΕ είναι η προώθηση του δίκαιου ανταγωνισμού μεταξύ των διαφόρων φορέων, δηλαδή των κατασκευαστών, των προμηθευτών ή των επιχειρήσεων που πωλούν ένα προϊόν στην αγορά.

Σύμφωνα με την αντιμονοπωλιακή νομοθεσία της ΕΕ, υπάρχουν δύο βασικοί κανόνες στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το άρθρο 101 της Συνθήκης απαγορεύει τις συμφωνίες μεταξύ δύο ή περισσότερων φορέων που θα περιορίζουν τον ανταγωνισμό.

Ένα παράδειγμα θα μπορούσε να είναι η δημιουργία καρτέλ μεταξύ ανταγωνιστικών εταιρειών που καθορίζουν τις τιμές σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο προκειμένου να μοιραστούν την αγορά και να περιορίσουν τον ανταγωνισμό από άλλες εταιρείες.

Σύμφωνα με το άρθρο 102 της ίδιας Συνθήκης, οι εταιρείες που κυριαρχούν σε μια συγκεκριμένη αγορά δεν μπορούν να καταχραστούν τη θέση τους εις βάρος των καταναλωτών, επιβάλλοντας αδικαιολόγητες τιμές, περιορίζοντας την παραγωγή ή αρνούμενες να καινοτομήσουν.

Οι νέες κατευθυντήριες γραμμές, που ανακοινώθηκαν σε δελτίο τύπου που δημοσιεύθηκε στις 27 Νοεμβρίου 2015, καθορίζουν τρεις «βασισμένες στην αποδοτικότητα» παρεκκλίσεις από τους αντιμονοπωλιακούς κανόνες της ΕΕ, οι οποίες επιτρέπουν στους παραγωγούς ελαιολάδου, βοείου κρέατος και μοσχαρίσιου κρέατος, καθώς και καλλιεργήσιμων φυτών, να πωλούν από κοινού και να καθορίζουν τιμές, ποσότητες και άλλους όρους για τα προϊόντα τους μέσω αναγνωρισμένων οργανώσεων και υπό ορισμένες προϋποθέσεις.

Σύμφωνα με τους όρους αυτούς, με την ένταξή τους σε έναν τέτοιο οργανισμό, οι αγρότες πρέπει να μπορούν να επωφελούνται από δραστηριότητες υποστήριξης εκτός των πωλήσεων. Οι δραστηριότητες αυτές περιλαμβάνουν την αποθήκευση, τη μεταφορά και τη διανομή.

Επίσης, οι ποσότητες των προϊόντων που διατίθενται από κοινού στην αγορά δεν μπορούν να υπερβαίνουν ένα ορισμένο όριο. Για το ελαιόλαδο, αυτό ορίζεται στο 20% της σχετικής αγοράς. Οι κατευθυντήριες γραμμές απευθύνονται επίσης στις αρχές ανταγωνισμού και στις δικαστικές αρχές των κρατών μελών της ΕΕ, ώστε να μπορούν να εφαρμόζουν τους κανόνες αυτούς με συνεπή τρόπο.

Η δημοσίευση των νέων κατευθυντήριων γραμμών ακολουθεί μια δημόσια διαβούλευση σχετικά με ένα σχέδιο κειμένου που δημοσίευσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, καθώς και διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τις αρμόδιες αρχές σε κάθε κράτος μέλος της ΕΕ.

Οι αγορές ελαιολάδου, βοείου κρέατος και μοσχαρίσιου κρέατος, καθώς και καλλιεργήσιμων φυτών της ΕΕ έχουν ετήσια αξία άνω των 80 δισεκατομμυρίων ευρώ (85 δισεκατομμύρια δολάρια). Η ΕΕ είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός, καταναλωτής και εξαγωγέας ελαιολάδου στον κόσμο.