Σημαντική μελέτη για τη μεσογειακή διατροφή διορθώθηκε μετά από αμφισβήτηση των μεθόδων της
Μετά από ορισμένες κλινικές δοκιμές που διεξήχθησαν με ακατάλληλο τρόπο, η μελέτη επανεξετάστηκε και τα ευρήματα επιβεβαιώθηκαν εκ νέου από τους συγγραφείς της
Το 2013, μια μελέτη σχετικά με την επίδραση της μεσογειακής διατροφής σε άτομα με υψηλό κίνδυνο καρδιακών παθήσεων και εγκεφαλικών επεισοδίων συγκλόνισε την ιατρική κοινότητα. Η μελέτη είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ένα πρόγραμμα διατροφής βασισμένο στη μεσογειακή διατροφή θα μπορούσε να συμβάλει στη μείωση αυτών των περιστατικών κατά 30 τοις εκατό.
Καμία προηγούμενη δοκιμή δεν έχει υποβληθεί σε τόσο εντατική εξέταση.
Ωστόσο, την περασμένη εβδομάδα, η μελέτη αποσύρθηκε για να επανεξεταστεί από τους συγγραφείς της και στη συνέχεια δημοσιεύθηκε εκ νέου με τα ίδια αποτελέσματα, αλλά με διαφορετικό τόνο στη γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε.
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο New England Journal of Medicine, ήταν τεράστια τόσο από την άποψη του χρόνου που χρειάστηκε όσο και από την άποψη των ατόμων που συμμετείχαν. Διήρκεσε πέντε χρόνια, παρακολουθώντας περισσότερους από 7.000 ανθρώπους σε 11 περιοχές της Ισπανίας, οι οποίοι ακολουθούσαν μια συγκεκριμένη διατροφή που τους είχε ανατεθεί. Διαπιστώθηκε ότι οι καπνιστές, τα υπέρβαρα άτομα και οι διαβητικοί παρουσίαζαν λιγότερα καρδιαγγειακά επεισόδια αν υιοθετούσαν έναν μεσογειακό τρόπο διατροφής με τέσσερις κουταλιές της σούπας έξτρα παρθένο ελαιόλαδο την ημέρα, ή την ίδια διατροφή αλλά με 30 γραμμάρια ξηρών καρπών την ημέρα.
Μέχρι τη διεξαγωγή της μελέτης, τα στοιχεία που έδειχναν ότι η μεσογειακή διατροφή μπορούσε να βοηθήσει άτομα που πάσχουν από καρδιακές παθήσεις βασίζονταν κυρίως σε παρατηρήσεις ότι όσοι ζούσαν σε χώρες της λεκάνης της Μεσογείου παρουσίαζαν χαμηλότερα ποσοστά περιστατικών. Οι επιστήμονες υποψιάζονταν ήδη ότι πίσω από αυτό κρυβόταν οι διατροφικές τους συνήθειες, αλλά υπήρχε περιθώριο και για άλλους παράγοντες, όπως οι περιβαλλοντικές συνθήκες ή ο συγκεκριμένος τρόπος ζωής τους.
Η αρχική έκθεση είχε αποσπάσει πολλά επαίνους, καθώς οι κλινικές δοκιμές στον τομέα αυτό είναι δύσκολο να πραγματοποιηθούν, λόγω του γεγονότος ότι οι συμμετέχοντες πρέπει να ακολουθούν ένα συγκεκριμένο πρότυπο συμπεριφοράς και να παρακολουθούνται συνεχώς.
Ωστόσο, ήταν η στατιστική ανάλυση ενός γιατρού, του John Carlisle, που έδειξε ότι ορισμένα από τα δεδομένα που χρησιμοποιήθηκαν στη μελέτη δεν είχαν συλλεχθεί σωστά. Το πραγματικό πρόβλημα ήταν ότι η μελέτη προϋποθέτει ότι οι δίαιτες είχαν ανατεθεί τυχαία στους συμμετέχοντες, ώστε να διασφαλιστεί ότι μια πιθανή βελτίωση στην κατάσταση της υγείας τους προέρχονταν αποκλειστικά από τη διατροφή, αλλά αυτό δεν ίσχυε πάντα.
Σε μερικές περιπτώσεις, η ίδια δίαιτα είχε ανατεθεί σε ολόκληρη οικογένεια ή ακόμη και σε ολόκληρο χωριό, προκαλώντας ενδεχομένως εσφαλμένα αποτελέσματα, καθώς τα δεδομένα συλλέχθηκαν από μια ομάδα ατόμων που μοιράζονταν πολλές κοινές συνήθειες και περιβαλλοντικές παραμέτρους. Οι ερευνητές δεν μπορούσαν να είναι σίγουροι αν η δίαιτα ή άλλοι κοινοί παράγοντες είχαν οδηγήσει στη βελτίωση της κατάστασής τους.
Η επανεκτίμηση των ευρημάτων της αρχικής έρευνας χρειάστηκε σχεδόν ένα χρόνο για να ολοκληρωθεί. Στην αναθεωρημένη έκθεσή τους, οι ερευνητές προέβησαν σε στατιστικές προσαρμογές για να αντισταθμίσουν τα ζητήματα που τέθηκαν. Επίσης, άλλαξαν το λεξιλόγιο και τις εκφράσεις που χρησιμοποίησαν.
Είναι αρκετά συνηθισμένο τα επιστημονικά άρθρα να υποβάλλονται σε ενδελεχή εξέταση από ακαδημαϊκούς μετά τη δημοσίευσή τους, οι οποίοι αναζητούν ασυμφωνίες και πιθανά εσφαλμένα δεδομένα, αλλά είναι εξαιρετικά ασυνήθιστο οι συγγραφείς να ανακαλούν και να αναθεωρούν το έργο τους.
Ο Miguel A. Martínez-González, ένας από τους ερευνητές, δήλωσε στην εφημερίδα The Washington Post ότι, μετά την επανεξέταση της αρχικής τους εργασίας, ο ίδιος και η υπόλοιπη ομάδα ένιωθαν μεγαλύτερη σιγουριά για τα συμπεράσματά τους, καθώς αυτά είχαν πράγματι ελεγχθεί διπλά και επιβεβαιωθεί. Η ομάδα «έδωσε μεγαλύτερη προσοχή στην προσαρμογή για πιθανές ανισορροπίες», πρόσθεσε. «Καμία προηγούμενη δοκιμή δεν έχει υποβληθεί σε τόσο εντατική εξέταση».
Ωστόσο, το γεγονός προκάλεσε ανάμεικτες αντιδράσεις από άλλους ερευνητές. Ο Donald Berry, στατιστικολόγος στο MD Anderson Cancer Center στο Χιούστον, δήλωσε στην εφημερίδα New York Times ότι οι ερευνητές «ήταν αμελείς και δεν γνώριζαν ότι ήταν αμελείς». Πρόσθεσε ότι, ενώ χρησιμοποιεί ελαιόλαδο για το μαγείρεμα, εξακολουθεί να μην είναι σίγουρος για τη συγκεκριμένη μελέτη.
Ο Bradley Efron, καθηγητής στο Στάνφορντ, δήλωσε ότι η μελέτη που εξετάστηκε δεν ήταν αρκετή για να τον κάνει να ακολουθήσει τη μεσογειακή διατροφή.
Ο καρδιολόγος Στίβεν Νίσεν της Κλινικής του Κλίβελαντ δήλωσε ότι ενθουσιάστηκε βλέποντας «μια άψογη δοκιμή» στην πρώτη δημοσίευση, και η επανεξέτασή της τον «διαβεβαίωσε» ότι τα αποτελέσματα ήταν σωστά.
Η μεσογειακή διατροφή είναι ίσως το πιο φημισμένο διατροφικό καθεστώς στον πλανήτη, με εκατοντάδες εκθέσεις και μελέτες να αποδεικνύουν τα ευεργετικά της αποτελέσματα. Η εν λόγω μελέτη αναθεωρήθηκε και επανεκδόθηκε με το ίδιο αποτέλεσμα, ότι δηλαδή ένα διατροφικό πρότυπο μεσογειακού τύπου μπορεί να βοηθήσει τα άτομα υψηλού κινδύνου να υποστούν 30% λιγότερες καρδιακές προσβολές και εγκεφαλικά επεισόδια.
Ωστόσο, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα της μελέτης, όπως είπε ο John Carlisle, «Ό,τι και αν πιστεύετε, δεν πρέπει να βασίζεται μόνο σε μία μελέτη. Προσπαθήστε να έχετε όχι μόνο μια ισορροπημένη διατροφή, αλλά και μια ισορροπημένη άποψη».