Συνέδριο στην Καλαμάτα εξετάζει τη σύγχρονη παραγωγή ελαιολάδου και τη βιωσιμότητα
Επιστήμονες και επαγγελματίες του κλάδου του ελαιολάδου συζήτησαν για την τρέχουσα κατάσταση των ελαιοτριβείων στην Ελλάδα και τις βιώσιμες μεθόδους παραγωγής.

Στις 4 Νοεμβρίου πραγματοποιήθηκε στην Καλαμάτα συνέδριο με θέμα «Η σύγχρονη λειτουργία των ελαιοτριβείων στο πλαίσιο της διατήρησης της ποιότητας και της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας». Επιστήμονες και επαγγελματίες του κλάδου του ελαιολάδου συμμετείχαν σε συζήτηση σχετικά με την τρέχουσα κατάσταση των ελαιοτριβείων στην Ελλάδα και τις μελλοντικές προοπτικές της μεταποίησης των υπολειμμάτων ως παραπροϊόντων.
Ένα από τα χρήσιμα συμπεράσματα ήταν ότι, παρά την τρέχουσα δυσμενή κατάσταση λόγω της οικονομικής κρίσης, υπάρχει μια τάση προς την κατάργηση της τεχνολογίας τριών φάσεων και τη χρήση της διαδικασίας εκχύλισης δύο φάσεων σε περισσότερους ελαιοτριβείους, ακολουθώντας το παράδειγμα της Ισπανίας.
Αυτή είναι η μόνη αναβάθμιση για τα ελαιοτριβεία στην Ελλάδα που χρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση αυτή τη στιγμή, η οποία αποσκοπεί στη μείωση των επιπτώσεων των ελαιοτριβείων στο περιβάλλον.
Επισημάνθηκε επίσης ότι θα πρέπει να δημιουργηθούν μεγαλύτεροι ελαιοτριβεία, προκειμένου να επιτευχθούν οικονομίες κλίμακας, καθιστώντας έτσι κερδοφόρα την αξιοποίηση των υπολειμμάτων.
Ωστόσο, τονίστηκε ότι όλες οι διαθέσιμες τεχνολογίες που χρησιμοποιούν τα σύγχρονα διυλιστήρια για την επεξεργασία του ημισυμπυκνωμένου πολτού ως υποπροϊόν της διφασικής διαδικασίας εκχύλισης πρέπει να λαμβάνουν υπόψη το ενεργειακό ισοζύγιο που συνεπάγεται — πράγμα που σημαίνει ότι δεν υπάρχει όφελος από την επεξεργασία του πολτού εάν η κατανάλωση ενέργειας υπερβαίνει την αποκτώμενη ενέργεια (συμπεριλαμβανομένων των εξόδων μεταφοράς και της κατανάλωσης ενέργειας του διυλιστηρίου).
Ένα ενδιαφέρον στοιχείο που αναφέρθηκε ήταν ότι κάθε χρόνο απομένει στο χωράφι, μετά τη συγκομιδή των ελιών, ποσότητα 400.000 τόνων βιομάζας (κλαδιά, κλαδιάκια και φύλλα), η οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή καυσίμου βιομάζας, όπως πέλλετ, αποφέροντας έσοδα 180-200 ευρώ ανά τόνο. Οι γεωπόνοι και οι γεωλόγοι συμφώνησαν, αλλά επέστησαν την προσοχή όλων στο γεγονός ότι αυτή η οργανική ύλη είναι πολύ χρήσιμη για το «χούμο» — τα υπολείμματα που μένουν στο έδαφος μετά την αποσύνθεση των φυτών — το οποίο καθιστά το έδαφος εύφορο.
Τέλος, μια μάλλον ριζοσπαστική προσέγγιση για την αξιοποίηση των υγρών υπολειμμάτων είναι η χρήση τους για τον εμπλουτισμό των δεξαμενών νερού σε περιοχές με χαμηλές βροχοπτώσεις, αφού τα υπολείμματα έχουν καθαριστεί. Αυτό παρουσιάστηκε ως μια ακραία λύση όταν υπάρχουν σοβαρά προβλήματα με την άρδευση των χωραφιών, αλλά απορρίφθηκε λόγω ανησυχιών σχετικά με τη χρήση του νερού για οικιακούς σκοπούς.