Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε το νέο σχέδιο της Ελλάδας για την Κοινή Αγροτική Πολιτική

Η Ε.Ε. θα διαθέσει περισσότερα από 13 δισεκατομμύρια ευρώ κατά την περίοδο 2023-2027 για τη στήριξη του ελληνικού γεωργικού τομέα. Ωστόσο, οι νέες διατάξεις της πολιτικής αυτής προκαλούν ανησυχία σε ορισμένους αγρότες.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε το εθνικό στρατηγικό σχέδιο της Ελλάδας, το οποίο συνάδει με την τελευταία αναθεώρηση της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής (ΚΓΠ) της Ε.Ε.

Το νέο στρατηγικό σχέδιο, το οποίο ξεκίνησε την 1η Ιανουαρίου 2023, χρηματοδοτείται από την Ε.Ε. και την Ελλάδα. 13,4 δισεκατομμύρια ευρώ από τα κονδύλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα διατεθούν για άμεσες επιδοτήσεις στους Έλληνες αγρότες τα επόμενα τέσσερα χρόνια. Επιπλέον, η Ελλάδα θα συνεισφέρει άλλα 822 εκατομμύρια ευρώ από τα δημόσια ταμεία στο σχέδιο.

Ο ελαιοκομικός τομέας της χώρας είναι επιλέξιμος για χρηματοδοτική ενίσχυση στο πλαίσιο του νέου προγράμματος. Οι Έλληνες παραγωγοί ελαιολάδου και επιτραπέζιων ελιών θα μπορούσαν επίσης να επωφεληθούν από μια σειρά επιδοτούμενων προγραμμάτων που απευθύνονται στους λεγόμενους «Οργανισμούς Ελαιοπαραγωγών – ΟΕΕ», με προϋπολογισμό που έχει οριστεί στα 10,6 εκατομμύρια ευρώ ετησίως για την περίοδο 2023-2027.

Δείτε επίσης: Η νέα αγροτική πολιτική της Ε.Ε. θα μπορούσε να ωφελήσει τους Έλληνες ελαιοκαλλιεργητές, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις

Το σχέδιο περιλαμβάνει επίσης μέτρα για την εξασφάλιση εύκολης πρόσβασης σε γη και χρηματοδότηση για νέους Έλληνες αγρότες (κάτω των 40 ετών), με σκοπό τη διευκόλυνση της ανανέωσης του γεωργικού τομέα της χώρας.

Επιπλέον, το στρατηγικό σχέδιο της Ελλάδας, όπως απαιτείται για όλα τα κράτη μέλη της Ε.Ε., είναι ευθυγραμμισμένο με την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία και τις στρατηγικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης «Από το Αγρόκτημα στο Τραπέζι» και για τη βιοποικιλότητα.

Οι άμεσες επιδοτήσεις προς τους αγρότες, τους καλλιεργητές και τους κτηνοτρόφους συνδέονται περισσότερο με περιβαλλοντικούς στόχους και πράσινες γεωργικές πρακτικές στο πλαίσιο του νέου καθεστώτος.

«Το σχέδιο της Ελλάδας θα βελτιώσει τη βιωσιμότητα των μικρών και μεσαίων εκμεταλλεύσεων, οι οποίες αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής γεωργίας», ανέφερε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε ανακοίνωσή της. «Αυτό θα επιτευχθεί με τη βοήθεια στοχευμένης εισοδηματικής στήριξης και μιας πρόσθετης αναδιανεμητικής πληρωμής».

Δείτε επίσης: Η Ευρώπη αποκαλύπτει τη στρατηγική «Farm to Fork» για τη βιωσιμότητα των τροφίμων

Ο Γιώργος Γεωργάντας, ο Έλληνας υπουργός Γεωργίας, δήλωσε ότι το νέο στρατηγικό σχέδιο θα βοηθήσει τους αγρότες της χώρας να αντιμετωπίσουν τα αναδυόμενα ζητήματα.

«Η υιοθέτηση του στρατηγικού μας σχεδίου σηματοδοτεί μια νέα περίοδο σημαντικών μεταρρυθμίσεων και αλλαγών για τον πρωτογενή τομέα και τις αγροτικές περιοχές μας, δεδομένων των σοβαρών και σημαντικών προκλήσεων που αντιμετωπίζουν», δήλωσε ο υπουργός.

«Μέσω του εθνικού μας στρατηγικού σχεδιασμού, επιδιώκουμε να ενσωματώσουμε με ισορροπημένο τρόπο τους στόχους της νέας ΚΓΠ για οικονομική, περιβαλλοντική και κοινωνική βιωσιμότητα».

Η νέα ΚΓΠ εισάγει επίσης οικολογικά προγράμματα, μια πρωτοβουλία που αποσκοπεί στο να παρακινήσει τους αγρότες να υιοθετήσουν γεωργικές πρακτικές ευεργετικές για το κλίμα, το περιβάλλον, την ποιότητα των υδάτων και τη βιοποικιλότητα. Στα οικολογικά προγράμματα θα διατεθούν περισσότερα από 3,6 δισεκατομμύρια ευρώ από τα κονδύλια της ΚΓΠ που έχουν διατεθεί αποκλειστικά στην Ελλάδα.

Σύμφωνα με τον Κώστα Μπαϊνέτα, γενικό γραμματέα για την αγροτική πολιτική της χώρας, η «μεγάλη αλλαγή» για τους αγρότες στο νέο καθεστώς είναι η υποχρέωσή τους να τηρούν πρακτικές φιλικές προς το περιβάλλον.

«Το νέο έτος, οι αγρότες θα πρέπει να επιλέξουν μια δράση από τον κατάλογο των οικολογικών προγραμμάτων, όπως η αμειψισπορά, η διατήρηση της βιολογικής γεωργίας ή η κτηνοτροφία», διευκρίνισε ο κ. Μπαϊνέτας.

Σύμφωνα με τις διατάξεις της ΚΓΠ, οι δικαιούχοι που δεν θα υιοθετήσουν ένα οικολογικό πρόγραμμα και δεν θα εφαρμόσουν φιλικές προς το περιβάλλον πρακτικές θα υποστούν μείωση των επιδοτήσεών τους κατά 25%.

«Πιστεύω ότι όλοι οι ελαιοκαλλιεργητές θα επιθυμούν να ενταχθούν σε ένα οικολογικό πρόγραμμα με τη νέα ΚΓΠ», δήλωσε στο Olive Oil Times ο Δημήτρης Μαυροίδης, από τον Αγροτικό Σύλλογο Ελαιοκαλλιεργητών Λιβανατών της Φθιώτιδας. «Ένας μεμονωμένος αγρότης ουσιαστικά δεν θα κερδίσει τίποτα αν εργάζεται ξεχωριστά. Επιπλέον, δεν υπάρχει μαύρη αγορά στο εμπόριο επιτραπέζιων ελιών, αν, υποθετικά, ένας μεμονωμένος παράγοντας επιδίωκε να επωφεληθεί από παράνομες εξαγωγές».

«Ωστόσο, οι επιδοτήσεις στο πλαίσιο του νέου προγράμματος είναι μειωμένες σε σύγκριση με το παρελθόν και πιθανότατα θα μειωθούν περαιτέρω με την πάροδο του χρόνου, καθώς θα πρέπει να διοχετεύσουμε πόρους σε ακόμη πιο πράσινες πρακτικές εις βάρος της καλλιέργειας ελαιόδεντρων», πρόσθεσε ο Μαυροειδής.

Άλλοι ειδικοί συμφώνησαν ότι πρέπει να αναμένεται μείωση της άμεσης χρηματοδότησης και ότι οι αγρότες πρέπει να καταβάλουν επιπλέον προσπάθειες πριν λάβουν στήριξη στο πλαίσιο του νέου καθεστώτος.

«Οι αγρότες και οι καλλιεργητές πρέπει να αναμένουν μικρότερη χρηματοδότηση στο πλαίσιο της νέας ΚΓΠ», μας είπε ο γεωπόνος και επιστημονικός σύμβουλος Ιωάννης Περουλάκης.

«Σε γενικές γραμμές, ένας ελαιοκαλλιεργητής που λάμβανε 10.000 ευρώ από το πρόγραμμα της ΚΓΠ που ισχύει σήμερα θα πρέπει να αναμένει συνολική χρηματοδότηση περίπου 7.000 ευρώ με το νέο καθεστώς», πρόσθεσε ο Περουλάκης.

«Οι αγρότες θα πρέπει επίσης να καταβάλουν περισσότερες προσπάθειες για να λάβουν τα κεφάλαια, καθώς απαιτούνται πολλά βήματα πριν πιστωθούν στον τραπεζικό τους λογαριασμό. Ως εκ τούτου, οι αγρότες δεν είναι και τόσο ευχαριστημένοι με τη μεταρρύθμιση της ΚΓΠ».

Ο κ. Περουλάκης ανέφερε επίσης ότι το νέο πρόγραμμα ευνοεί όσους εργάζονται σκληρά για να καλλιεργήσουν τη γη, καθώς αρκετοί αδρανείς αγρότες έλαβαν στήριξη στο πλαίσιο της προηγούμενης στρατηγικής της ΚΓΠ.

Ωστόσο, χαρακτήρισε την έλλειψη πληροφοριών σχετικά με τη νέα ΚΓΠ ως σημαντικό εμπόδιο για τους αγρότες.

«Η νέα κοινή γεωργική πολιτική θα αποτελούσε ένα σημαντικό βήμα προς τα εμπρός, υπό την προϋπόθεση ότι θα υπήρχε επαρκής καθοδήγηση και ενημέρωση για τους αγρότες, οι οποίοι εξακολουθούν να βρίσκονται στο σκοτάδι όσον αφορά τις ακριβείς διατάξεις και απαιτήσεις της πολιτικής. Αυτό οφείλεται στην πολυπλοκότητα του συνολικού προγράμματος και αποτελεί σημαντική πρόκληση για τους αγρότες και τους γεωπόνους σε επίπεδο Ε.Ε.».