Η Ε.Ε. προβλέπει αύξηση της κατανάλωσης και των εξαγωγών έως το 2030
Η Ευρώπη αναμένει αύξηση της κατανάλωσης ελαιολάδου κυρίως στις χώρες που δεν το παράγουν, καθώς και αύξηση των εξαγωγών τόσο στις παραδοσιακές όσο και στις νέες αγορές.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση προβλέπει αύξηση της κατανάλωσης ελαιολάδου στις χώρες που δεν το παράγουν, τόσο εντός της ΕΕ των 28 κρατών-μελών όσο και στον υπόλοιπο κόσμο.
Η Ε.Ε. προβλέπει επίσης ότι η παραγωγή μεταξύ των μελών της θα συνεχίσει να αυξάνεται σταθερά, σημειώνοντας αύξηση περίπου 1,1% κατά τη διάρκεια της επόμενης δεκαετίας.
Η παραγωγή ελαιολάδου στην Ε.Ε. αναμένεται να ενταθεί περαιτέρω με την αύξηση της παραγωγικής ικανότητας. Η εγχώρια κατανάλωση θα μπορούσε να αυξηθεί, κυρίως εκτός των κύριων χωρών παραγωγής.
«Η παραγωγή ελαιολάδου στην Ε.Ε. αναμένεται να ενταθεί περαιτέρω με την αύξηση της παραγωγικής ικανότητας. Η εγχώρια κατανάλωση θα μπορούσε να αυξηθεί, κυρίως εκτός των κύριων χωρών παραγωγής», αναφέρεται στην έκθεση. «Σε παγκόσμιο επίπεδο, η ισχυρή ζήτηση στις παραδοσιακές και νέες αγορές αναμένεται να οδηγήσει σε αύξηση των εξαγωγών της Ε.Ε.».
Αυτές οι προβλέψεις παρουσιάστηκαν στην έκθεση της Ε.Ε. για τις γεωργικές προοπτικές 2019-2030 που δημοσιεύθηκε νωρίτερα αυτό το μήνα.
Δείτε επίσης: Νέα από την Ευρωπαϊκή ΈνωσηΗ Ε.Ε. αποδίδει την αύξηση της παραγωγής κυρίως στη μετάβαση από τους παραδοσιακούς στους υπερεντατικούς ελαιώνες στην Ιβηρική Χερσόνησο, καθώς και στον εκσυγχρονισμό των συστημάτων άρδευσης και στη βελτίωση των αγρονομικών συνθηκών των δέντρων.
Η έκθεση αναφέρει επίσης την αυξανόμενη προτίμηση των καταναλωτών για ελαιόλαδα πρώιμης συγκομιδής και εξειδικευμένα βιολογικά και μονοποικιλιακά ελαιόλαδα ως μέρος των παραγόντων που οδηγούν σε αυτή την αύξηση της παραγωγής.
Συνολικά, η παραγωγή ελαιολάδου στην Ε.Ε. αναμένεται να αυξηθεί κατά 400.000 τόνους κατά τη διάρκεια της επόμενης δεκαετίας. Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της αύξησης προβλέπεται να πραγματοποιηθεί στην Πορτογαλία, η οποία, σύμφωνα με ξεχωριστή έκθεση, ενδέχεται να καταστεί ο τρίτος μεγαλύτερος παραγωγός ελαιολάδου παγκοσμίως έως το 2030.
Η έκθεση εξετάζει επίσης μία από τις επερχόμενες προκλήσεις για τον ευρωπαϊκό τομέα του ελαιολάδου, που είναι το ζήτημα της διαδοχής των αγροκτημάτων.
«Η διαδοχή των αγροκτημάτων θα παραμείνει μια πρόκληση, ιδίως στην Ιταλία και την Ελλάδα, όπου τα περισσότερα αγροκτήματα είναι μικρότερα από πέντε εκτάρια (12,4 στρέμματα) και όπου περίπου το 70% των ιδιοκτητών αυτών των μικρών αγροκτημάτων είναι 55 ετών και άνω», αναφέρει η έκθεση.
Όσον αφορά την κατανάλωση, η έκθεση προβλέπει ότι το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης της ζήτησης θα προέλθει από χώρες εκτός των κύριων παραγωγών. Η Ε.Ε. αναφέρει τις αλλαγές στις διατροφικές συνήθειες, καθώς και την ανησυχία των νεότερων γενεών για την υγεία και το περιβάλλον, ως δύο από τους λόγους πίσω από αυτή την αύξηση.
Συνολικά, η κατανάλωση ελαιολάδου στα μη παραγωγικά κράτη μέλη της Ε.Ε. αναμένεται να αυξηθεί κατά οκτώ ποσοστιαίες μονάδες, ακόμη και αν ο πληθυσμός της Ευρώπης προβλέπεται να μειωθεί κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής.
Οι μη παραγωγικές χώρες θα αντιπροσωπεύουν το 32% της συνολικής κατανάλωσης στην εμπορική ένωση.
Η τάση μείωσης της κατανάλωσης ελαιολάδου στις χώρες παραγωγής αναμένεται επίσης να επιβραδυνθεί ελαφρώς.
Η Ε.Ε. αποδίδει και τις δύο αυτές τάσεις στις επιτυχημένες εκστρατείες ευαισθητοποίησης, καθώς και στην ενσωμάτωση του ελαιολάδου στον σύγχρονο τρόπο ζωής, όπως η χρήση του σε διάφορες υπηρεσίες εστίασης.
Παράλληλα με την αύξηση της κατανάλωσης, η Ε.Ε. προβλέπει επίσης ότι οι εξαγωγές προς τον υπόλοιπο κόσμο θα αυξηθούν κατά 3,3% ετησίως μεταξύ 2019 και 2030. Η έκθεση υποδηλώνει ότι οι εξαγωγές είναι πιθανό να αυξηθούν τόσο σε ορισμένες υπάρχουσες αγορές όσο και σε νέες αγορές.
Αυτός ο αισιοδοξισμός διατυπώνεται παρά την αβεβαιότητα σχετικά με τις μελλοντικές σχέσεις με το Ηνωμένο Βασίλειο – μία από τις μεγαλύτερες εγχώριες αγορές ελαιολάδου στην Ε.Ε. – το οποίο πρόκειται να ξεκινήσει τη διαδικασία αποχώρησης από την Ε.Ε. στις 31 Ιανουαρίου.
Περαιτέρω επιπλοκές ενδέχεται να προκύψουν από τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες εξετάζουν το ενδεχόμενο να αυξήσουν τους υφιστάμενους δασμούς στις εισαγωγές ισπανικού ελαιολάδου και να επιβάλουν νέους δασμούς σε άλλες εισαγωγές ελαιολάδου από την Ε.Ε., ως αποτέλεσμα της απόφασης που εκδόθηκε υπέρ τους τον Οκτώβριο στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου.
Παρά την πρόβλεψη για αύξηση της παραγωγής, η Ε.Ε. αναμένει ότι οι εξαγωγές και η κατανάλωση θα αυξηθούν με πολύ ταχύτερο ρυθμό καθώς προχωρά η δεκαετία.
Σύμφωνα με τα τρέχοντα δεδομένα της αγοράς, η Ε.Ε. διαθέτει αποθέματα ελαιολάδου ύψους 829.000 τόνων. Αυτός ο σχεδόν ρεκόρ αριθμός (τα αποθέματα ήταν ελαφρώς υψηλότερα το 2018) έχει συμβάλει εν μέρει στη μείωση των τιμών του ελαιολάδου σε χώρες όπως η Ισπανία, η οποία διαθέτει τη συντριπτική πλειοψηφία των αποθεμάτων.
Η έκθεση προβλέπει ότι τα αποθέματα ελαιολάδου θα έχουν μειωθεί σε 550.000 τόνους έως το 2030. Κατά την ίδια χρονική περίοδο, οι εξαγωγές προβλέπεται να αυξηθούν σταθερά σε 860.000 τόνους (αυτή τη στιγμή ανέρχονται σε 610.000 τόνους) και οι εισαγωγές θα μειωθούν, αλλά όχι δραματικά (αυτές μεταβάλλονται αρκετά δραστικά ανάλογα με τις συγκομιδές στις χώρες της Ε.Ε.).