Οι εξαγωγές ευρωπαϊκού ελαιολάδου αναμένεται να ανακάμψουν καθώς αυξάνονται τα κόστη

Οι τελευταίες βραχυπρόθεσμες προβλέψεις δείχνουν περιορισμένη αύξηση των εξαγωγών και σταθερή παραγωγή. Αν και οι τιμές του ελαιολάδου αυξήθηκαν πέρυσι, το ίδιο συνέβη και με το κόστος παραγωγής.

Οι παραγωγοί ελαιολάδου στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να προετοιμαστούν για ορισμένες διακυμάνσεις κατά τη νέα καλλιεργητική περίοδο 2020/21, σύμφωνα με τις βραχυπρόθεσμες προοπτικές της Ε.Ε. για τις αγορές γεωργικών προϊόντων.

Η παραγωγή στην ΕΕ αναμένεται να φτάσει τα 2,1 εκατομμύρια τόνους την τρέχουσα καλλιεργητική περίοδο, επίπεδο συγκρίσιμο με τις αποδόσεις της προηγούμενης περιόδου. Οι εξαγωγές επίσης αναμένεται να είναι παρόμοιες με τους όγκους της προηγούμενης καλλιεργητικής περιόδου.

Ωστόσο, η έκθεση προειδοποίησε ότι οι αγρότες θα πρέπει να είναι προετοιμασμένοι για αύξηση του λειτουργικού κόστους. Οι αυξανόμενες πληθωριστικές πιέσεις στην Ε.Ε. έχουν οδηγήσει σε απότομη αύξηση του κόστους της ενέργειας, των πρώτων υλών και των μεταφορικών. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι αυτό των λιπασμάτων, οι τιμές των οποίων αυξήθηκαν κατά 77% το προηγούμενο έτος.

Δείτε επίσης: Νέα για το εμπόριο ελαιολάδου

Όσον αφορά τις εξαγωγές, η Ε.Ε. αναμένει «μέτρια αλλά άνω του μέσου όρου» αύξηση από την τρέχουσα καλλιεργητική περίοδο, η οποία θα τροφοδοτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την αύξηση του εμπορίου με την Κίνα και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Από τον Οκτώβριο του 2020 έως τον Ιούνιο του 2021, οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 3% σε σύγκριση με την ίδια περίοδο του προηγούμενου έτους. Οι εξαγωγές προς τις ΗΠΑ αυξήθηκαν κατά 4%, ποσοστό χαμηλότερο από το αρχικά αναμενόμενο, με τον όγκο των συναλλαγών να επιβραδύνεται τους τελευταίους τρεις μήνες.

«Αυτό μπορεί να οφείλεται στα υψηλότερα έξοδα μεταφοράς, σε κάποια αβεβαιότητα σχετικά με το πότε θα αρθούν οι δασμοί αντιποίνων, καθώς και στις ευκαιρίες της αγοράς που έχασαν ορισμένοι εξαγωγείς λόγω αυτών των δασμών», αναφέρει η έκθεση, αναφερόμενη στη μακροχρόνια διαφωνία μεταξύ των ΗΠΑ και της Ε.Ε. σχετικά με τις επιδοτήσεις που παρέχονται στους αντίστοιχους κατασκευαστές αεροσκαφών, Boeing και Airbus.

Ωστόσο, υπάρχει αισιοδοξία ότι οι εξαγωγές προς τον τρίτο μεγαλύτερο καταναλωτή ελαιολάδου στον κόσμο θα ανακάμψουν και ότι οι συνολικές εξαγωγές θα συνεχίσουν να αυξάνονται.

«Η ανασύσταση των αποθεμάτων σε ορισμένους προορισμούς εξαγωγής και η επανέναρξη της λειτουργίας των επιχειρήσεων εστίασης αναμένεται να συμβάλουν στην αύξηση των εξαγωγών, ενώ η κατανάλωση στην ΕΕ ενδέχεται να μειωθεί λόγω της μειωμένης διαθεσιμότητας και των τιμών που υπερβαίνουν τον μέσο όρο», αναφέρεται στην έκθεση.

Άλλοι προορισμοί εξαγωγών έχουν σημειώσει σημαντικές μειώσεις λόγω των μεγάλων αποθεμάτων ελαιολάδου, της αργής ανάκαμψης του τομέα της εστίασης και της αύξησης των τιμών του ελαιολάδου.

«Ως εκ τούτου, οι εξαγωγές ελαιολάδου της Ε.Ε. για την περίοδο 2020/21 ενδέχεται να παραμείνουν στα ίδια επίπεδα με την προηγούμενη περίοδο [820.000 τόνοι]», αναφέρεται στην έκθεση.

Βραχυπρόθεσμες προοπτικές για την Ε.Ε.

Εάν βελτιωθούν οι εμπορικές σχέσεις, οι εξαγωγές για την περίοδο 2021/22 θα μπορούσαν να φτάσουν τις 860.000 τόνους και οι ευρωπαίοι παραγωγοί θα μπορούσαν να ανακτήσουν κάποιο μερίδιο αγοράς. Η επίτευξη αυτών των επιπέδων, ωστόσο, θα εξαρτηθεί επίσης από την ικανότητα των παραγωγών ελαιολάδου να διεισδύσουν στην Ασία, όπου η αγορά ελαιολάδου βρίσκεται σε ανάπτυξη.

Οι προβλέψεις των βραχυπρόθεσμων προοπτικών της Ε.Ε. έδειξαν επίσης ότι οι τιμές του εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου στην Ένωση αυξήθηκαν κατά 4% το περασμένο έτος. Αυτό θα μπορούσε να επηρεάσει την κατανάλωση στις κύριες χώρες παραγωγής της Ε.Ε.

«Οι εισαγωγές μειώνονται σημαντικά λόγω της μειωμένης διαθεσιμότητας σε χώρες εκτός Ε.Ε. προς το τέλος της περιόδου», αναφέρει η έκθεση. «Οι εισαγωγές ενδέχεται να φθάσουν τις 160.000 τόνους», αριθμός που θα είναι κατά 40% χαμηλότερος από την προηγούμενη περίοδο.

Ωστόσο, δεδομένου του θετικού περιβάλλοντος τιμών και της αναμενόμενης εξαιρετικής σοδειάς στην Τυνησία – έως και 240.000 τόνους – οι εμπειρογνώμονες της Ε.Ε. υποδηλώνουν ότι οι εισαγωγές ελαιολάδου το 2021/22 θα μπορούσαν να αυξηθούν σε 200.000 τόνους.

Λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία για τις εξαγωγές και την αύξηση κατά 3% στην κατανάλωση ελαιολάδου στην Ε.Ε. που εκτιμά η έκθεση, τα τελικά αποθέματα θα μπορούσαν να είναι ελαφρώς υψηλότερα από το αναμενόμενο σύνολο των 470.000 τόνων, παραμένοντας όμως 13% κάτω από τον κυλιόμενο μέσο όρο πενταετίας.

Η έκθεση εστίασε επίσης στις ζημίες που προκάλεσε στην παραγωγή ο απρόβλεπτος καιρός, ο οποίος επηρέασε τις μεγαλύτερες ελαιοπαραγωγικές χώρες της Ένωσης, και υπογράμμισε την αυξανόμενη σημασία της άρδευσης.

«Η αρχικά αναμενόμενη ετήσια συγκομιδή στην Ιταλία και την Ελλάδα παρεμποδίστηκε από ένα ζεστό και ξηρό καλοκαίρι», ανέφερε η έκθεση. «Πολλοί καλλιεργητές υπέστησαν από έλλειψη νερού, η οποία αποδείχθηκε κρίσιμη, ειδικά σε μη αρδευόμενα συστήματα παραγωγής. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε χαμηλότερες αποδόσεις».

«Στην Ισπανία, η παραγωγή αναμένεται να είναι μέση, ενώ στην Πορτογαλία η παραγωγή θα μπορούσε να αυξηθεί κατά 50 τοις εκατό», πρόσθεσε η έκθεση. «Οι αρχικές διαθέσιμες ποσότητες στην Ε.Ε. θα είναι τότε κατά 4 τοις εκατό χαμηλότερες από την προηγούμενη περίοδο».

Κατά την παρουσίαση της έκθεσης, ο Τάσος Χανιώτης, διευθυντής γεωργικής στρατηγικής, απλοποίησης και ανάλυσης πολιτικής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, προειδοποίησε ότι «μπαίνουμε σε μια άλλη φάση αναταραχής της αγοράς, συμπεριλαμβανομένων παραγόντων που συνδέονται με την αυξημένη αστάθεια των καιρικών συνθηκών [και] την κλιματική αλλαγή».