Έκθεση: Το κλίμα και η περιβαλλοντική υποβάθμιση απειλούν την επισιτιστική ασφάλεια στην Ευρώπη
Αν και δεν υπάρχει άμεση απειλή για την επισιτιστική ασφάλεια στην Ευρώπη, η έκθεση διαπίστωσε ότι πολλοί διαφορετικοί παράγοντες επηρεάζουν την παραγωγή τροφίμων και θα μπορούσαν να διαταράξουν τη διαθεσιμότητα τροφίμων.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε μια ανάλυση που εκπόνησαν διάφορες υπηρεσίες της Επιτροπής σχετικά με τους κύριους παράγοντες που επηρεάζουν την επισιτιστική ασφάλεια στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η επισιτιστική ασφάλεια ορίζεται ως «η κατάσταση κατά την οποία όλοι οι άνθρωποι, ανά πάσα στιγμή, έχουν φυσική και οικονομική πρόσβαση σε επαρκή, ασφαλή και θρεπτικά τρόφιμα που ικανοποιούν τις διατροφικές τους ανάγκες και προτιμήσεις για μια δραστήρια και υγιή ζωή».
Η ανάλυση προσδιόρισε τις επιπτώσεις διαφόρων παραγόντων στην επισιτιστική ασφάλεια, συμπεριλαμβανομένης της κλιματικής αλλαγής, της απώλειας βιοποικιλότητας και της υποβάθμισης του περιβάλλοντος, της αλυσίδας εφοδιασμού τροφίμων, καθώς και πολιτικών και κοινωνικοπολιτισμικών παραγόντων.
Δείτε επίσης: Η Παγκόσμια Τράπεζα επενδύει σχεδόν 30 δισ. ευρώ για τη βελτίωση της παγκόσμιας επισιτιστικής ασφάλειας«Οι βιοφυσικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες αφήνουν σημαντικό αποτύπωμα στη γη, ως τον κύριο πόρο της Ε.Ε. για την παραγωγή τροφίμων, προκαλώντας αλλαγές στην κάλυψη και τη χρήση της γης και επηρεάζοντας έτσι τα συστήματα παραγωγής τροφίμων», αναφέρεται στην αναλυτική έκθεση της Επιτροπής.
Η ανάλυση διαπίστωσε επίσης ότι άλλοι τυχαίοι παράγοντες, όπως η πανδημία Covid-19 και η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, μπορούν να διαταράξουν σημαντικά την παραγωγή και την προμήθεια τροφίμων σε ολόκληρη την Ε.Ε.
Η έκθεση επισήμανε την εκτεταμένη χρήση χημικών φυτοφαρμάκων ως σημαντική απειλή για την επάρκεια τροφίμων στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
«Το τρέχον γεωργικό μοντέλο υψηλής έντασης εισροών, που βασίζεται σε χημικά φυτοφάρμακα, είναι πιθανό να αποτελέσει απειλή για την επισιτιστική ασφάλεια μεσοπρόθεσμα, λόγω της απώλειας βιοποικιλότητας, της πιθανής αύξησης των παρασίτων, της υποβάθμισης της υγείας του εδάφους και της απώλειας επικονιαστών, οι οποίοι είναι απαραίτητοι για τη γεωργική παραγωγή», αναφέρεται στην έκθεση.
Η αναλυτική έκθεση εκτιμά περαιτέρω ότι το κόστος που προκύπτει μόνο από την υποβάθμιση του εδάφους στην Ε.Ε. ανέρχεται σε περίπου 15 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως.
Περιβαλλοντική υποβάθμιση
Η περιβαλλοντική υποβάθμιση αναφέρεται στην επιδείνωση του φυσικού περιβάλλοντος λόγω διαφόρων ανθρώπινων δραστηριοτήτων, όπως η ρύπανση, η αποδάσωση, η διάβρωση του εδάφους και η υπερεκμετάλλευση των φυσικών πόρων. Πρόκειται για ένα σημαντικό περιβαλλοντικό πρόβλημα που επηρεάζει τη φυσική ισορροπία του πλανήτη, με αρνητικές επιπτώσεις στο οικοσύστημα, την ανθρώπινη υγεία και την οικονομία. Μερικές από τις συνήθεις μορφές περιβαλλοντικής υποβάθμισης περιλαμβάνουν την ατμοσφαιρική ρύπανση, τη ρύπανση των υδάτων, την υποβάθμιση του εδάφους, την κλιματική αλλαγή και την απώλεια της βιοποικιλότητας. Αυτά τα ζητήματα συχνά προέρχονται από ανθρώπινες δραστηριότητες όπως η εκβιομηχάνιση, οι γεωργικές πρακτικές και η αστικοποίηση. Οι αρνητικές επιπτώσεις της περιβαλλοντικής υποβάθμισης μπορούν να μετριαστούν μέσω πρακτικών βιώσιμης ανάπτυξης που προωθούν τη διατήρηση των φυσικών πόρων και ελαχιστοποιούν τον αντίκτυπο των ανθρώπινων δραστηριοτήτων στο περιβάλλον.
Απαιτείται ένας συνδυασμός δράσεων για την προώθηση της βιώσιμης διαχείρισης της γης και του εδάφους, που θα υποστηρίζει ταυτόχρονα διαφορετικές χρήσεις γης, όπως η στέγαση, η γεωργία, η παραγωγή ενέργειας και ο τουρισμός, προκειμένου να μετριαστούν οι επιπτώσεις της εντατικής γεωργίας.
Η ανάλυση έδειξε επίσης ότι η νότια Ευρώπη, και ιδίως η περιοχή της Μεσογείου, πλήττεται από υδατική πίεση, αύξηση της θερμοκρασίας και ερημοποίηση.
Δεδομένου ότι τα κλιματικά μοντέλα προβλέπουν αύξηση της θερμοκρασίας κατά 2 ºC έως 5 ºC τις επόμενες δεκαετίες, εάν δεν ληφθούν μέτρα μετριασμού, αυξάνεται ο κίνδυνος εμφάνισης πολλαπλών απειλών για την παραγωγή τροφίμων στην περιοχή.
Για παράδειγμα, οι ασυνήθιστες καιρικές συνθήκες, οι επιδημίες παρασίτων και τα εισβλητικά ξένα είδη ενδέχεται τελικά να οδηγήσουν σε έλλειψη προϊόντων και αύξηση των τιμών των τροφίμων.
Στρατηγικές όπως η βελτίωση της υγείας του εδάφους και της ικανότητας κατακράτησης νερού, η στροφή προς καλλιέργειες που απαιτούν λιγότερο νερό και η εφαρμογή συστημάτων άρδευσης που εξοικονομούν νερό ενδέχεται να μετριάσουν σημαντικά τον αντίκτυπο της κλιματικής αλλαγής στην περιοχή.
Μια άλλη απειλή για την επισιτιστική ασφάλεια της Ε.Ε. προέρχεται από τη γήρανση του αγροτικού πληθυσμού, καθώς μόνο ένας στους πέντε διαχειριστές αγροκτημάτων είναι κάτω των 45 ετών και όλο και λιγότεροι νέοι εισέρχονται στον αγροτικό τομέα.
Σύμφωνα με την Επιτροπή, έχουν τεθεί σε εφαρμογή μέτρα για την άμβλυνση των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής στον αγροτικό τομέα της ηπείρου και την αναστροφή της μείωσης του αγροτικού πληθυσμού της ΕΕ.
«Η Επιτροπή προσπαθεί να βελτιώσει όσο το δυνατόν περισσότερο το τρέχον επίπεδο ανθεκτικότητας της γεωργίας της ΕΕ χρησιμοποιώντας μια ποικιλία προσεγγίσεων και εργαλείων», δήλωσε πηγή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην Olive Oil Times.
«Η στρατηγική προσαρμογής της ΕΕ, ο κανονισμός LULUCF [μια ομάδα δεσμευτικών υποχρεώσεων για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου στη γεωργία και τη δασοκομία] και η νέα Κοινή Γεωργική Πολιτική (ΚΓΠ) της ΕΕ είναι μέσα που μπορούν να προωθήσουν λύσεις προσαρμογής και να βελτιώσουν την ανθεκτικότητα του γεωργικού τομέα στους κλιματικούς κινδύνους», πρόσθεσε η πηγή.
«Για να ενισχυθεί η ανθεκτικότητα των αγροτών μας, η νέα ΚΓΠ στοχεύει να εξασφαλίσει ένα δίκαιο εισόδημα για τους αγρότες, να βελτιώσει τη θέση των αγροτών στην τροφική αλυσίδα, να δώσει κίνητρα για δράση για το κλίμα (συμπεριλαμβανομένων μέτρων προσαρμογής), να υποστηρίξει τη γενεαλογική ανανέωση και να προωθήσει τη γνώση και την καινοτομία», συνέχισε η πηγή.
Η έκθεση σημείωσε ότι η ανάπτυξη τεχνολογίας στον γεωργικό τομέα της Ε.Ε. είναι επίσης ζωτικής σημασίας για τη διασφάλιση υψηλής απόδοσης στην παραγωγή τροφίμων με ελάχιστο αντίκτυπο στους φυσικούς πόρους.
Οι καινοτόμες τεχνολογικές λύσεις θα μπορούσαν να ωφελήσουν τη διαθεσιμότητα της προσφοράς τροφίμων, αυξάνοντας την παραγωγικότητα, μειώνοντας τις απώλειες καλλιεργειών και ενισχύοντας την επισιτιστική ασφάλεια.
Ωστόσο, η κλιματική αλλαγή θα μπορούσε να μεταβάλει τα πρότυπα καλλιέργειας, κυρίως στις χώρες της νότιας Μεσογείου.
«Ενώ είναι εξαιρετικά δύσκολο να εκτιμηθεί σωστά η πιθανότητα μεταβολών στην καλλιέργεια συγκεκριμένων καλλιεργειών, είναι βέβαιο ότι η κλιματική αλλαγή επηρεάζει την ευρωπαϊκή γεωργία και απαιτεί την προσαρμογή των γεωργικών συστημάτων και των αγροτών», ανέφερε η πηγή.
Η πηγή πρόσθεσε ότι η παραγωγικότητα των καλλιεργειών αναμένεται να μειωθεί στις περιοχές της νότιας Ευρώπης και να αυξηθεί στο βορρά. Ταυτόχρονα, τα συχνότερα ακραία καιρικά φαινόμενα θα προκαλέσουν διάσπαρτες και επιζήμιες επιπτώσεις σε ολόκληρη την Ευρώπη.
«Η αύξηση της θερμοκρασίας και η σχετική παράταση της καλλιεργητικής περιόδου καθιστούν δυνατή την επέκταση προς τα βόρεια της καλλιέργειας ορισμένων ετήσιων και πολυετών καλλιεργειών, αυξάνοντας έτσι ενδεχομένως την απόδοση των καλλιεργειών», ανέφερε η Επιτροπή.
«Από την άλλη πλευρά, μπορεί να δυσχεράνει την καλλιέργεια ορισμένων καλλιεργειών σε άλλες περιοχές ή να οδηγήσει σε σημαντική μείωση της απόδοσης λόγω θερμικού στρες», πρόσθεσε.
«Πρόσφατες έρευνες έχουν δείξει ότι η εμφάνιση ακραίων καιρικών φαινομένων που σχετίζονται με το κλίμα (όπως θερμικό στρες, ξηρασία, έντονες βροχοπτώσεις) στην Ε.Ε. πιθανότατα θα αυξηθεί προοδευτικά, με προβλέψιμο αισθητά μεγαλύτερο αντίκτυπο στις νοτιοδυτικές περιοχές της Ε.Ε.», συνέχισε η Επιτροπή.
Για αρκετούς μήνες πέρυσι, η Ισπανία και η Πορτογαλία, που βρίσκονται στο νοτιοδυτικό άκρο της Ευρώπης, αντιμετώπισαν παρατεταμένη ξηρασία που διατάραξε σοβαρά την παραγωγή καλλιεργειών, συμπεριλαμβανομένης της παραγωγής ελαιολάδου, και στις δύο ιβηρικές χώρες.
Εν τω μεταξύ, τον περασμένο Δεκέμβριο, η Επιτροπή εγκαινίασε τον Πίνακα Ελέγχου Εφοδιασμού και Ασφάλειας Τροφίμων για την παροχή πληροφοριών σχετικά με δείκτες που επηρεάζουν την επισιτιστική ασφάλεια στην Ε.Ε., όπως φαινόμενα ξηρασίας, αύξηση του κόστους μεταφοράς και ενέργειας και κρούσματα ζωονόσων. Το σύστημα θα εμφανίζει επίσης δεδομένα σχετικά με τα υπάρχοντα αποθέματα βασικών γεωργικών προϊόντων.
Η ανάλυση της Επιτροπής σχετικά με την επισιτιστική ασφάλεια στην Ε.Ε. κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η διαθεσιμότητα τροφίμων δεν διακυβεύεται σήμερα στην Ευρώπη.
Ωστόσο, η οικονομική προσιτότητα των τροφίμων αποτελεί σταδιακά πηγή ανησυχίας για τα νοικοκυριά, λόγω του πληθωρισμού που ωθεί τις τιμές προς τα πάνω. Επιπλέον, τα περισσότερα κράτη μέλη εφαρμόζουν βραχυπρόθεσμα προγράμματα επιδοτήσεων για τη στήριξη των νοικοκυριών που έχουν ανάγκη, αντί για πιο γενικά και μακροπρόθεσμα προγράμματα.
«Εξ ορισμού, η επισιτιστική ασφάλεια έχει μια βραχυπρόθεσμη διάσταση: οι άνθρωποι πρέπει να έχουν πρόσβαση σε τρόφιμα κάθε μέρα, όχι μόνο αύριο», αναφέρεται στην έκθεση. «Αυτό απαιτεί πολιτικές που να εξασφαλίζουν την επισιτιστική ασφάλεια και στις τέσσερις διαστάσεις της βραχυπρόθεσμα.»
Γενικά, απαιτείται μια «συστημική προσέγγιση» για την εδραίωση της επισιτιστικής ασφάλειας στην Ε.Ε. Η προσέγγιση αυτή θα πρέπει να περιλαμβάνει δράσεις σε πολλούς διαφορετικούς τομείς, όπως η γεωργία και η αλιεία, το κλίμα, το περιβάλλον και η ενέργεια, η έρευνα και η καινοτομία, το εμπόριο, η υγεία και οι κοινωνικές υπηρεσίες.
Επιπλέον, τα νοικοκυριά με χαμηλό εισόδημα θα πρέπει να τύχουν ιδιαίτερης προσοχής, ώστε να διασφαλιστεί η πρόσβασή τους σε καθημερινά υγιεινά και θρεπτικά τρόφιμα.
«Η ανάλυση υπογραμμίζει ότι υπάρχει εγγενής επείγουσα ανάγκη για δράση», αναφέρει η έκθεση. «Σε ένα αβέβαιο και ασταθές περιβάλλον, η μετάβαση προς ένα βιώσιμο σύστημα διατροφής θα πρέπει να συνεχίσει να καθοδηγεί τις πολιτικές, τις δράσεις και τα προγράμματα της Ε.Ε.».