Η βιώσιμη διαχείριση των ελαιώνων μπορεί να αντιμετωπίσει τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής
Ο Χρίστος Ξυλογιάννης, κορυφαίος ειδικός στη φυσιολογία των οπωροφόρων δέντρων, έχει αφιερωθεί στην ανάπτυξη βιώσιμων τεχνικών ελαιοκαλλιέργειας.
Το πολύ ζεστό και ξηρό καλοκαίρι αποτελεί πρόκληση για τους Ευρωπαίους αγρότες, οι οποίοι αναγκάστηκαν να εγκαταστήσουν συστήματα άρδευσης σχεδόν παντού, προκειμένου να προσφέρουν κάποια ανακούφιση στα ελαιόδεντρα από τη ζέστη.
Με στόχο την άμβλυνση και την πρόληψη των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής στις καλλιέργειες, ειδικοί σε παγκόσμιο επίπεδο ερευνούν επί του παρόντος διάφορες μεθόδους και προσεγγίσεις. Μεταξύ αυτών, ο Χρίστος Ξυλογιάννης έχει αφιερωθεί εδώ και χρόνια στην ανάπτυξη βιώσιμων και κατάλληλων πρακτικών διαχείρισης της ελαιοκαλλιέργειας.
«Πρέπει να υποθέσουμε ότι η ιταλική και η παγκόσμια ελαιοκαλλιέργεια, γενικά, είναι ως επί το πλείστον μη αρδευόμενη», δήλωσε στην Olive Oil Times ο καθηγητής φυσιολογίας οπωροφόρων δέντρων, γενικής οπωροκαλλιέργειας και τεχνικών φυτωρίων στο Πανεπιστήμιο της Μπαζιλικάτα. «Λόγω των ολοένα και πιο ξηρών περιόδων, υπάρχει ανάγκη να αποθηκεύεται όσο το δυνατόν περισσότερο νερό στο έδαφος κατά τη διάρκεια των βροχερών περιόδων».
Σε αυτό το πλαίσιο, θα ήταν χρήσιμο να εμβαθύνουμε τις γνώσεις και τις τεχνολογίες της «ξηρής γεωργίας», καθώς η άνοδος των θερμοκρασιών την άνοιξη και το καλοκαίρι επηρεάζει την κατανάλωση νερού λόγω της μεγαλύτερης διαπνοής στα φύλλα και της εξάτμισης από το έδαφος.

Χρίστος Ξυλογιάννης
Ο Ξυλογιάννης επισήμανε ότι, με αυτόν τον ρυθμό, τα επόμενα χρόνια θα μπορούσαμε να αντιμετωπίσουμε όλο και περισσότερο υδατικό στρες, ειδικά όσον αφορά τις παραδοσιακά μη αρδευόμενες καλλιέργειες, όπως οι ελιές.
Επιπλέον, η αύξηση των θερμοκρασιών κατά τη διάρκεια του χειμώνα θα επηρεάσει τις ανάγκες των διαφόρων ποικιλιών ελιάς σε χαμηλές θερμοκρασίες, δηλαδή τις απαιτήσεις τους σε ψύξη. Λαμβάνοντας υπόψη ότι κάθε ποικιλία πρέπει να περάσει μια περίοδο κάτω των 6°C (42,8°F) κατά τη διάρκεια της κρύας περιόδου, προκειμένου να προετοιμάσει τα μπουμπούκια και να παράγει καρπούς τον επόμενο χρόνο, οι ηπιότεροι χειμώνες θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε χαμηλή παραγωγικότητα.
Επιπλέον, μια γενική παγκόσμια αύξηση της μέσης θερμοκρασίας μπορεί να προκαλέσει υψηλότερη συνολική ετήσια βροχόπτωση. Ο ειδικός μας στην οικοφυσιολογία πρότεινε να βασιστούμε στις διαδικασίες του κύκλου του νερού για να αντιμετωπίσουμε αυτά τα ζητήματα, ξεκινώντας από την παραδοχή ότι η μεγαλύτερη ένταση και ο αυξανόμενος αριθμός καταιγίδων όχι μόνο μπορούν να προκαλέσουν ζημιά, αλλά και να δυσχεράνουν τη διασφάλιση των αποθεμάτων νερού στο υπέδαφος.
«Με στόχο τη διασφάλιση της παροχής νερού στο έδαφος, θα πρέπει να βελτιώσουμε την υφή του εδάφους όσον αφορά τη μακροπορώδη δομή, ενισχύοντας την υδραυλική αγωγιμότητά του», εξήγησε. «Στόχος μας είναι ακόμη και το νερό από έντονες βροχοπτώσεις να μπορεί να συγκρατείται στο έδαφος και να φτάνει σε βαθιά στρώματα, έως και 3-4 μέτρα (10-13 πόδια).»
«Κατά τη γνώμη μου, ο καλύτερος τρόπος για τη βελτίωση της μακροπορώδους και της διήθησης του νερού είναι να ακολουθήσουμε ένα σύστημα σχεδόν μηδενικής καλλιέργειας», πρότεινε ο Ξυλογιάννης. «Πρέπει να πραγματοποιείται βαθιά καλλιέργεια κάθε τόσο, μόνο σε τμήματα των αγροτεμαχίων που παρουσιάζουν προβλήματα συμπίεσης του εδάφους και, κατά συνέπεια, υπερχείλισης, ενώ στα μέσα Μαρτίου, όταν τελειώνει η περίοδος των βροχών. Μια ελαφριά καλλιέργεια περίπου 5 εκατοστών (1,9 ίντσες) είναι χρήσιμη για να «καταστρέψει» τα ποώδη φυτά που ανταγωνίζονται τις ελιές όσον αφορά το νερό και τα ανόργανα στοιχεία».
Η υποσπορά με αυτοφυή φυτά διαφόρων ποικιλιών βελτιώνει τη δομή του εδάφους χάρη στις ρίζες που φτάνουν βαθιά και δημιουργούν χώρο. «Όταν οι παλιές ρίζες πεθαίνουν, προωθούν την ανάπτυξη νέων ριζών χάρη στη δραστηριότητα των μικροοργανισμών», εξήγησε. Επιπλέον, αν κόψουμε την κάλυψη και την αφήσουμε στο έδαφος δύο φορές το χρόνο, εμπλουτίζουμε το έδαφος με άνθρακα, προωθώντας τη χημική και μικροβιολογική γονιμότητα χάρη στην οργανική ύλη και βοηθώντας το έδαφος να απορροφήσει περισσότερο νερό κατά τη διάρκεια της περιόδου των βροχών. Η μείωση των φύλλων προς όφελος του ριζικού συστήματος είναι επίσης χρήσιμη για την καλύτερη αντιμετώπιση της ξηρασίας και της αυξανόμενης ανάγκης των ελαιόδεντρων για νερό.
«Για να δώσω μια ιδέα, αν οι βροχοπτώσεις από τον Σεπτέμβριο έως τον Μάρτιο φτάσουν τα 300 χιλιοστά (11,8 ίντσες), στόχος μας είναι να συλλέξουμε τουλάχιστον 200 χιλιοστά (7,8 ίντσες) στο έδαφος, που ισοδυναμεί με 2.000 κυβικά μέτρα νερού ανά εκτάριο (28.582 κυβικά πόδια ανά στρέμμα)», παρατήρησε ο Ξυλογιάννης.
Αυτά τα μέτρα συμβάλλουν επίσης στην πρόληψη των πλημμυρών, καθώς το νερό της βροχής δεν θα παραμένει στο επιφανειακό έδαφος γεμίζοντας κανάλια και ποτάμια. Επιπλέον, θα περιορίσουν τη διάβρωση του εδάφους, αποτρέποντας παράλληλα τα λιπάσματα και τα ζιζανιοκτόνα από το να φτάσουν στο νερό των επιφανειακών στρωμάτων.
Ο Ξυλογιάννης και η ομάδα ερευνητών του προωθούν τη χρήση επεξεργασμένων αστικών λυμάτων για την άρδευση ελαιόδεντρων. «Τα επεξεργασμένα λύματα περιέχουν άζωτο, φώσφορο, κάλιο, ασβέστιο και άλλα βασικά στοιχεία για την ανάπτυξη των φυτών, και μπορούμε ήδη να βασιστούμε στο παράδειγμα του Ισραήλ, όπου το 50% του νερού που χρησιμοποιείται στον αγροτικό τομέα προέρχεται από αστικά λύματα», είπε, προσθέτοντας ότι μόνο στην Απουλία, 1,2 εκατομμύρια κυβικά μέτρα (42,4 εκατομμύρια κυβικά πόδια) επεξεργασμένων λυμάτων την ημέρα θα μπορούσαν να επαναχρησιμοποιηθούν.
Σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο της Μπαζιλικάτα, πραγματοποίησαν δοκιμές για 15 χρόνια σε έναν ώριμο ελαιώνα στη Φερραντίνα, στην επαρχία της Ματέρα, που αποτελείται από φυτά της αυτόχθονης ποικιλίας διπλής χρήσης «Maiatica di Ferrandina», φυτεμένα με απόσταση 8 x 8 μέτρων (26 x 26 πόδια).
Η επιλογή του πειραματικού χώρου μεταφέρθηκε στην πόλη της Λουκανίας, καθώς διαθέτει αποχετευτικό σύστημα με σχετικό δίκτυο άρδευσης χωρίς την ανάγκη αντλητικού συστήματος, και αυτό κατέστησε εύκολη και οικονομικά προσιτή τη μεταφορά των επεξεργασμένων αστικών λυμάτων από τη δημοτική δεξαμενή συλλογής λυμάτων στον πειραματικό ελαιώνα.
Τα λύματα που χρησιμοποιήθηκαν στο πείραμα καθαρίστηκαν με τη χρήση απλουστευμένων συστημάτων επεξεργασίας που ανέκτησαν μέρος της οργανικής ύλης και των ανόργανων στοιχείων που περιείχαν τα λύματα, μειώνοντας σημαντικά το κόστος καθαρισμού. Διανεμήθηκαν με στάγδην άρδευση σε μέρος του ελαιώνα. Ως ομάδα ελέγχου χρησιμοποιήθηκε ένα κοντινό μη αρδευόμενο και καλλιεργημένο οικόπεδο, με φυτά παρόμοιων χαρακτηριστικών.
Αυτός ο τύπος άρδευσης αύξησε την παραγωγικότητα των ελαιόδεντρων και περιόρισε το φαινόμενο της εναλλασσόμενης καρποφορίας, ενώ το εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο που αποκτήθηκε κρίθηκε εξαιρετικής ποιότητας.
«Τα επόμενα χρόνια, η εφαρμογή φιλικών προς το περιβάλλον τεχνικών διαχείρισης και βιώσιμων γεωργικών προσεγγίσεων θα μπορούσε να αποτελέσει μέρος της λύσης για την πρόληψη των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής», κατέληξε ο Ξυλογιάννης.