Τα ακόρεστα λιπαρά και οι υδατάνθρακες ολικής αλέσεως συνδέονται με μειωμένο κίνδυνο στεφανιαίας νόσου
Η αντικατάσταση των κορεσμένων λιπών και των ραφιναρισμένων υδατανθράκων με ακόρεστα λίπη, όπως το ελαιόλαδο, και υδατάνθρακες ολικής αλέσεως μπορεί να συμβάλει στη μείωση του κινδύνου καρδιακών παθήσεων.
Μια πρόσφατη μελέτη προτείνει έναν απλό και αποτελεσματικό τρόπο μείωσης του κινδύνου στεφανιαίας νόσου: την αντικατάσταση των κορεσμένων λιπών, όπως αυτά που περιέχονται στο κόκκινο κρέας και στα γαλακτοκομικά προϊόντα, με υδατάνθρακες υψηλής ποιότητας και ακόρεστα λίπη, όπως το ελαιόλαδο, άλλα φυτικά έλαια, ξηροί καρποί και σπόροι.
Ερευνητές από τη Σχολή Δημόσιας Υγείας του Χάρβαρντ κατέληξαν σε αυτό το συμπέρασμα βάσει της ανάλυσης δεδομένων από δύο μεγάλες μελέτες στις ΗΠΑ που διήρκεσαν από 24 έως 30 χρόνια.
Αν και τα κορεσμένα λίπη αυξάνουν τον κίνδυνο καρδιακών παθήσεων, πρόσφατες μελέτες δεν κατάφεραν να βρουν καμία συσχέτιση μεταξύ της πρόσληψης κορεσμένων λιπών και του κινδύνου στεφανιαίας νόσου. Τα αποτελέσματα αυτά προκάλεσαν αντιπαραθέσεις και οδήγησαν στο εξώφυλλο
του περιοδικού TIME με τίτλο
«Eat Butter» (Τρώτε βούτυρο).
Η αντικατάσταση των κορεσμένων λιπών και των ραφιναρισμένων υδατανθράκων με ακόρεστα λίπη, όπως το ελαιόλαδο, και υδατάνθρακες ολικής αλέσεως μπορεί να συμβάλει στη μείωση του κινδύνου καρδιακών παθήσεων.
Ωστόσο, ο πραγματικός λόγος, σύμφωνα με τους συγγραφείς της παρούσας μελέτης, θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ότι ο τύπος των λιπών και των υδατανθράκων που χρησιμοποιούνται για την αντικατάσταση των κορεσμένων λιπών επηρεάζει διαφορετικά τον κίνδυνο στεφανιαίας νόσου.
Σε μια προσπάθεια να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα, η παρούσα μελέτη, η πρώτη του είδους της, έθεσε ως στόχο να συγκρίνει τον κίνδυνο καρδιακών παθήσεων με την πρόσληψη κορεσμένων λιπών, ακόρεστων λιπών και διαφορετικών τύπων υδατανθράκων.
Η έρευνα περιελάμβανε 84.628 υγιείς γυναίκες που συμμετείχαν στη Μελέτη Υγείας Νοσηλευτών και 42.908 υγιείς άνδρες που συμμετείχαν στη Μελέτη Παρακολούθησης Επαγγελματιών Υγείας, οι οποίοι δεν είχαν ιστορικό καρδιακών παθήσεων, διαβήτη και καρκίνου.
Τα ερωτηματολόγια συχνότητας κατανάλωσης τροφίμων, τα οποία συμπληρώθηκαν από τους συμμετέχοντες στην αρχή της μελέτης και στη συνέχεια κάθε 2 έως 4 χρόνια, παρείχαν πληροφορίες σχετικά με τη διατροφή, την υγεία και τον τρόπο ζωής για όλη τη διάρκεια της μελέτης. Κατά τη διάρκεια της μελέτης καταγράφηκαν 7.667 περιπτώσεις στεφανιαίας νόσου.
Τα αποτελέσματα της μελέτης, που δημοσιεύθηκαν στις 28 Σεπτεμβρίου 2015 στο Journal of the American College of Cardiology, έδειξαν ότι όταν τα άτομα μείωναν την πρόσληψη κορεσμένων λιπών, αντικαθιστούσαν τις θερμίδες από τα κορεσμένα λίπη με θερμίδες από τροφές με υδατάνθρακες χαμηλής ποιότητας, όπως λευκό ψωμί, ρύζι ή πατάτες, αντί για υδατάνθρακες ολικής αλέσεως ή ακόρεστα λίπη.
Η υπόθεση ότι η απομάκρυνση των κορεσμένων λιπών από τη διατροφή θα αρκούσε για τη μείωση του κινδύνου στεφανιαίας νόσου αποδείχθηκε λανθασμένη, όταν η ανάλυση των δεδομένων αποκάλυψε ότι ο κίνδυνος καρδιακής νόσου ήταν υψηλότερος όταν αυξανόταν η κατανάλωση ραφιναρισμένων υδατανθράκων και προστιθέμενων σακχάρων. Σύμφωνα με τη μελέτη, οι ραφιναρισμένοι υδατάνθρακες φαίνεται να είναι εξίσου επιβλαβείς για την καρδιά με τα κορεσμένα λίπη.
Από την άλλη πλευρά, η υψηλότερη πρόσληψη υδατανθράκων ολικής αλέσεως συσχετίστηκε με χαμηλότερο κίνδυνο καρδιακών παθήσεων. Ομοίως, η υψηλότερη πρόσληψη πολυακόρεστων και μονοακόρεστων λιπών συσχετίστηκε επίσης με χαμηλότερο κίνδυνο καρδιακών παθήσεων.
Οι συγγραφείς υπολόγισαν ότι η αντικατάσταση του 5% της ενέργειας από κορεσμένα λίπη με 5% ενέργεια από πολυακόρεστα λίπη μείωσε τον κίνδυνο καρδιακών παθήσεων κατά 25%. Ομοίως, η αντικατάσταση του 5% της ενέργειας από κορεσμένα λίπη με παρόμοια ποσότητα ενέργειας από μονοακόρεστα λίπη μείωσε τον κίνδυνο στεφανιαίας νόσου κατά 15% και κατά 9% όταν αντικαταστάθηκε με ενέργεια από υδατάνθρακες ολικής αλέσεως.
Σύμφωνα με τη μελέτη, η αντικατάσταση των κορεσμένων λιπών με ραφιναρισμένους υδατάνθρακες δεν είναι ευεργετική για την πρόληψη των καρδιακών παθήσεων.
Τα ευρήματα αυτής της μεγάλης και μακροχρόνιας μελέτης δείχνουν ότι η αντικατάσταση των κορεσμένων λιπών και των ραφιναρισμένων υδατανθράκων που αποτελούν μέρος της δυτικής διατροφής με ακόρεστα λίπη, όπως το ελαιόλαδο, και υδατάνθρακες ολικής αλέσεως, χαρακτηριστικά της μεσογειακής διατροφής, μπορεί να συμβάλει στη μείωση του κινδύνου καρδιακών παθήσεων.